ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

ταινίες τζόγου - california split

Νίκος Αγγελής: Μένουμε σπίτι και βλέπουμε ταινίες τζόγου

Δημοσιεύτηκε: Νίκος Αγγελής στις 20:06 15/03/2020

Πριν από αρκετά χρόνια, είχα επιχειρήσει να κάνω στην εφημερίδα ένα μίνι αφιέρωμα στις ταινίες τζόγου – ίσως οι πιο παλιοί αναγνώστες να το θυμάστε, το Μάιο του 2011 ήταν. Από τότε, ήθελα πάντα κάποια στιγμή να το εμπλουτίσω και να το ανανεώσω, να του δώσω ιντερνετική μορφή, καθώς προφανώς το Ίντερνετ είναι πιο φιλικό σε κάτι τέτοια αφιερώματα από ό,τι το χαρτί.

Με τα blogs του νέου σάιτ του Match Money, το ξαναθυμήθηκα. Και μέσα στην καθημερινή στοιχηματική πραγματικότητα, μέσα στην κουβέντα για τις αποδόσεις και στην ανάλυση των xgoals, άρχισα να το δουλεύω ξανά, ξαναβλέποντας κάποιες ταινίες και ανακαλύπτοντας κάποιες άλλες. Το σχέδιο ήταν να το ετοιμάσω με την άνεσή μου και να το ανεβάσω στο τέλος της αγγλικής σεζόν, σε χαλαρή και καλοκαιρινή διάθεση. Αλλά ο κορονοϊός, αυτό το πρωτόγνωρο, απρόβλεπτο και ανατριχιαστικά καθολικό φαινόμενο που πιστεύαμε ότι συμβαίνει μόνο στις ταινίες, άλλαξε τα δεδομένα και τις συνθήκες.

Δεν το είχα λοιπόν έτσι στο μυαλό μου αυτό το μπλογκ-αφιέρωμα στις ταινίες τζόγου. Αλλά έτσι έχουν τώρα τα πράγματα. Μένουμε σπίτι και, μέσα σε όλο αυτό που βιώνουμε και δυστυχώς θα βιώσουμε το επόμενο διάστημα με τον κορονοϊό, θυμόμαστε ότι δεν είμαστε μόνο δουλειά και υποχρεώσεις. Έχουμε και έναν εαυτό που κάπου ίσως να τον έχουμε χάσει και να τον έχουμε παραμελήσει. Και ο οποίος, πέρα από το να παίζει στοίχημα, διαβάζει βιβλία, ακούει μουσική και βλέπει ταινίες. Kαι ΟΚ, το αίμα νερό δεν γίνεται, με μια προτίμηση στις ταινίες τζόγου…

The Cincinnati Kid: Τα χρήματα είναι απλά το μέσο

Από όλες τις ταινίες τζόγου, μάλλον η πιο κλασική, ο Χαρτοπαίκτης στα ελληνικά. Του 1965, με υποβλητική ατμόσφαιρα, εξαιρετικούς χαρακτήρες, θρυλικές σκηνές πόκερ και τον Ρέι Τσαρλς να ερμηνεύει το κεντρικό θέμα.

Πρωταγωνιστής ένας φοβερός Στιβ ΜακΚουίν, που υποδύεται ένα νεαρό παίκτη πόκερ από τη Νέα Ορλεάνη, ο οποίος έχει όνειρο να φτάσει στην κορυφή. Για να φτάσει όμως, πρέπει να νικήσει το βασιλιά του πόκερ της εποχής, έναν τύπο με το παρατσούκλι The Man, τον οποίο υποδύεται ο επίσης εξαιρετικός Έντουαρντ Ρόμπινσον.

Η κορυφαία στιγμή του Cincinnati Kid είναι μια ατάκα του Έντουαρντ Ρόμπινσον. Ψέματα. Όχι απλώς η κορυφαία στιγμή της ταινίας, αλλά πιθανότατα μια από τις κορυφαίες σε όλη την ιστορία των τζογαδόρικων ταινιών. Μια ατάκα που μέσα σε λίγες λέξεις συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του τζόγου. Αδυνατώ να πιστέψω ότι κάποιος το έχει (ή θα μπορέσει να το) εκφράσει καλύτερα:

It’s a pleasure to meet someone who understands that to the true gambler, money is never an end in itself, it’s simply a tool, as a language is to thought. Που σε ελεύθερη απόδοση μεταφράζεται κάπως έτσι: «Ευχαρίστησίς μου να γνωρίζω κάποιον που καταλαβαίνει πως για τον αληθινό τζογαδόρο τα χρήματα ποτέ δεν είναι αυτοσκοπός. Τα χρήματα είναι απλά το μέσο, όπως ακριβώς είναι οι λέξεις για τη σκέψη».

Rounders: Το Cincinnati Kid των 90ς

Kάποια στιγμή το είχα πετύχει σε κάποιο παρόμοιο αφιέρωμα σε ταινίες τζόγου, ότι το Rounders (Οι παίκτες, στα ελληνικά) θεωρείται το Cincinnati Kid των 90ς. Δεν ξέρω, πιθανότατα έχει σοβαρή βάση ο παραλληλισμός, σε κάθε περίπτωση πάντως το Rounders θεωρείται ήδη κλασική ταινία.

Του 1998, με Ματ Ντέιμον και Έντουαρντ Νόρτον στο ξεκίνημά τους, η ταινία είναι πραγματικά πολύ καλογυρισμένη και οι ατάκες διαδέχονται η μία την άλλη. Τις κοιλιές της τις έχει βέβαια, και κάποιες στιγμές, όπως οι περισσότερες αμερικάνικες ταινίες που στοχεύουν εξαρχής να γίνουν εμπορική επιτυχία, δεν αποφεύγει τις εύκολες λύσεις. Αλλά συνολικά νομίζω πως αντιμετωπίζει με σεβασμό τον κόσμο του τζόγου.

Ο Ντέιμον, και ειδικά ο Νόρτον, είναι απολαυστικοί, όπως απολαυστικός είναι και ο Τζον Μάλκοβιτς, που κλέβει την παράσταση σε ένα δευτερεύοντα ρόλο υποδυόμενος ένα Ρώσο μαφιόζο με το παρατσούκλι KGB. H καλύτερη χειρότερη αγγλική προφορά στην ιστορία του κινηματογράφου, όπως διάβασα σε ένα σχόλιο στο Youtube.

The Sting: Το Όσκαρ του τζόγου

Άλλη μια πραγματικά κλασική ταινία τζόγου, The Sting (Το Κεντρί στα ελληνικά). Του 1973, σε σκηνοθεσία Τζορτζ Ρόι Χιλ, με Πολ Νιούμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ στα καλύτερά τους και συνολική συγκομιδή 7 Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτότυπου σεναρίου κτλ.). Σε αντίθεση πάντως με τις προηγούμενες, το Κεντρί δεν έχει πρωταγωνιστή τον τζόγο, απλά τον χρησιμοποιεί ως φόντο και ως σκηνικό για να ειπωθεί η κεντρική ιστορία.

Το όλο σενάριο αφορά μια κομπίνα που στήνουν Νιούμαν και Ρέντφορντ για να ξετινάξουν έναν τζογαδόρο γκάνγκστερ στο Σικάγο της δεκαετίας του 1930. Η ατμόσφαιρα είναι εκπληκτική και οι σκηνές της έχουν μείνει κλασικές. Όπως, ας πούμε, αυτή με τον Πολ Νιούμαν, που, παριστάνοντας τον μεθυσμένο χαρτοπαίκτη, σηκώνει όλο το τραπέζι με καρέ του δέκα…

Καζίνο: Ο τζόγος αλά Σκορτσέζε

Παρόμοιας λογικής ταινία, όπου ο τζόγος δηλαδή δεν είναι πρωταγωνιστής αλλά απλά το φόντο, είναι και το Καζίνο του Μάρτιν Σκορτσέζε, του 1995. Με έναν όπως πάντα άψογο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, και δίπλα του τη Σάρον Στόουν και τον Τζο Πέσι, ο Σκορτσέζε φτιάχνει μια κλασική γκαγκστερική ταινία αλά… Σκορτσέζε.

Αυτή τη φορά όμως το σκηνικό του δεν είναι η εποχή της ποτοαπαγόρευσης ή οι σκοτεινοί δρόμοι της Νέας Υόρκης, αλλά τα φανταχτερά καζίνο του Λας Βέγκας κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Κι ακόμη και να μη σας αρέσουν οι γκανγκστερικές ταινίες, αξίζει να δείτε το πρώτο κομμάτι της ταινίας, τα 10-15 λεπτά της εισαγωγής, όπου ο Σκορτσέζε, αναλυτικός και περιγραφικός ως συνήθως, μας ξεναγεί μαεστρικά στον κόσμο των καζίνο.

Με τον Ντε Νίρο και τον Τζον Πέσι να εναλλάσσονται στην αφήγηση, και την κάμερα να ζουμάρει στις μικρές λεπτομέρειες που δεν μπορούν να συλλάβουν οι λέξεις, ο Σκορτσέζε μέσα σε λίγα λεπτά ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας όλα τα μυστικά των καζίνο, βάζοντας στο κλίμα ακόμη και ένα θεατή που δεν έχει ακούσει ποτέ του τον ήχο της μπίλιας στη ρουλέτα. Κι όταν βέβαια έχει πετύχει το στόχο του, αφήνει τον τζόγο να περάσει διακριτικά σε δεύτερο πλάνο, για να αναλάβουν στη συνέχεια δράση οι γνωστές εμμονές του Αμερικανού σκηνοθέτη.

California Split: Ας μιλήσουμε πραγματικά για τζόγο

Οι πραγματικές ταινίες τζόγου πάντως είναι αυτές που κάνουν το βήμα παραπάνω, που δεν μένουν απλά στην επιφανειακή γοητεία του παιχνιδιού ή στα λαμπερά φώτα του σκηνικού, αλλά εισχωρούν στην ίδια την ψυχολογία του τζογαδόρου.

‘Οπως, ας πούμε, μια από τις πλέον αγαπημένες μου, το California Split, που για κάποιον ακατανόητο λόγο στα ελληνικά μεταφράστηκε ως Zάρια, πόκερ και κάτι άλλο (!!!). Δεν είναι από τις ταινίες τζόγου που έτυχαν ευρείας αναγνώρισης, όμως είναι, απλά και χωρίς πολλά πολλά, ταινιάρα! Του 1974, σκηνοθέτης ο Ρόμπερτ Όλτμαν και πρωταγωνιστές ο Τζορτζ Σιγκάλ και ο Έλιοτ Γκουλντ.

Πολλές ταινίες τζόγου έχουν το κακό συνήθειο να καταλήγουν στην ηθικοπλαστική εικόνα του τζογαδόρου που καταστρέφεται από το πάθος του. Κι ανάλογα με το αν έχουμε ή όχι χάπι εντ, ο ήρωας είτε θα καταστραφεί όντως είτε τελευταία στιγμή θα βρει λύση στο αδιέξοδο και, μετανιωμένος, θα νικήσει την «αρρώστια» του. Εδώ όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά – κι αυτή είναι η μαγκιά του California Split. Η αρρώστια και η παράνοια του τζόγου είναι μεν παρούσες σε κάθε πλάνο και σε κάθε έκφραση των ηρώων, όμως η κορύφωση του δράματος είναι ανατρεπτική.

Οι δύο ήρωες, ο Σιγκάλ και ο εκπληκτικός Γκουλντ, είναι δύο τύποι που γνωρίζονται σε ένα τραπέζι πόκερ. Γίνονται κολλητοί και, με τον Σιγκάλ να έχει βρεθεί στα σχοινιά λόγω χρεών, μαζεύουν ό,τι χρήματα μπορούν (2.900 δολάρια συνολικά) και πάνε στο Ρενό, μια καζινούπολη στη Νεβάδα, για να πιάσουν την καλή και να ρεφάρουν. «Θα κερδίσω, το ξέρω, έχω διαίσθηση, θα κερδίσω! Αυτή είναι η τελευταία φορά που ακούς τη λέξη χάνω» λέει ο Σιγκάλ στον Γκουλντ μέσα στο λεωφορείο που τους πηγαίνει στο Ρενό. Και το πιστεύει, όπως κάθε απελπισμένος τζογαδόρος όταν ετοιμάζεται να παίξει.

Φτάνοντας τελικά στο Ρενό, ξεκινούν παίζοντας πόκερ, σε ένα τραπέζι με μεγαλοπαίκτες και με buy-in 2.000 δολάρια. Αφού κάνουν τις 2.000 δολάρια 18.000 (παρεμπιπτόντως, τα λεφτά του χρέους ήταν 2.000…), συνεχίζουν να παίζουν σε καταιγιστικούς ρυθμούς, πρώτα στη ρουλέτα και μετά στα ζάρια. Έτσι όπως τους βλέπεις να παίζουν σαν υπνωτισμένοι, είσαι σίγουρος πως στο τέλος θα τα χάσουν όλα. Σου τη μεταδίδουν αυτή την αίσθηση τα ψεύτικα πολύχρωμα φώτα της αίθουσας και τα αγχωτικά, σχεδόν ιδρωμένα πλάνα του Όλτμαν. Εξάλλου, είναι εύκολο, αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα που μας έχουν περάσει και που ασυναίσθητα περιμένουμε να επιβεβαιωθεί σε κάθε ιστορία τζόγου, ο πίνων μεθά και ο παίζων χάνει.

Είπαμε όμως, το California Split είναι ανατρεπτικό. Έτσι, στη ρουλέτα κάθεται το μαγικό 26, στα ζάρια έρχεται ό,τι θέλουν και οι τύποι στο τέλος έχουν σηκώσει όλο το καζίνο, με το κέρδος τους να φτάνει στις 82.000 δολάρια! Κι εδώ έρχεται η κορύφωση της τελευταίας σκηνής. Οι ήρωές μας έχουν κάνει τη μεγαλύτερη μπάζα που θα μπορούσαν ποτέ να ονειρευτούν και ύστερα από μια νύχτα μαγική κάθονται μπροστά στα αμύθητα κέρδη τους. Όμως δεν υπάρχει ούτε ενθουσιασμός ούτε χαρά ούτε τίποτα, αν δεν υπήρχε ο σωρός από τις κερδισμένες μάρκες πάνω στο τραπέζι θα νόμιζες πως οι τύποι μόλις έχουν χάσει και την τελευταία τους δεκάρα – μόνο κούραση, αμηχανία, απογοήτευση και το άδειο βλέμμα του Σιγκάλ.

«Πάντα παίρνεις τόσο βαριά μια μεγάλη νίκη;» ρωτά τον Σιγκάλ ο Γκουλντ, που είναι ο πιο ανάλαφρος του διδύμου. Κι ο Σιγκάλ, συντετριμμένος κυριολεκτικά, με ένα πρόσωπο όχι νικητή αλλά του απόλυτα χαμένου, του απαντά: «Τσάρλι, δεν είχα καμιά διαίσθηση. Απλά σου έλεγα ότι είχα…».

The Gambler: O παίκτης του Ντοστογέφσκι

Το 1974 πρέπει να είναι χρονιά-σταθμός στις ταινίες τζόγου, αφού τότε βγήκε και το The Gambler, ο Τζογαδόρος στα ελληνικά, του Κάμπελ Ράις, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Κάαν. Σκληρή ταινία, όπου ο ντοστογεφσκικός ήρωας, ένας καθηγητής λογοτεχνίας και άρρωστος τζογαδόρος, παίζει κάθε στιγμή κορόνα γράμματα τα πάντα, φτάνοντας στο τέλος της ταινίας να παίξει και την ίδια του τη ζωή.

Ταινίες τζόγου - The gambler - Τζέιμς Κάαν

Αξίζει πραγματικά να την ψάξει κανείς και να τη δει. Το εύρημα ο ήρωας να είναι καθηγητής λογοτεχνίας προσδίδει την υπαρξιακή/φιλοσοφική χροιά που (πρέπει να) διέπει κάθε απόπειρα να καταγραφεί η ψυχολογία του τζογαδόρου και το The Gambler φέρνει όντως στο νου τον Παίκτη του Ντοστογέφσκι.

Owning Mahowny: Η αρρώστια του τζόγου

Πάντα στην κατηγορία των ταινιών που προσεγγίζουν την ψυχολογία του τζογαδόρου, κάνουμε ένα άλμα τριάντα χρόνων και πάμε στο 2003 και στο Owning Mahowny, Η Τυφλή Ζαριά του Νταν Μαχόνι ο ελληνικός τίτλος, του Ρίτσαρντ Κβιτνιόφσκι. Παρότι δεν είναι από τις ταινίες που με έκαναν να ταυτιστώ μαζί τους, είναι από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες τζόγου.

Πρωταγωνιστής είναι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ο οποίος υποδύεται έναν άρρωστο τζογαδόρο διευθυντή τράπεζας που εκμεταλλεύεται τη θέση του και καταχράται χρήματα από την τράπεζά του για να παίζει στο καζίνο. Η ιστορία είναι πραγματική και ο τύπος έφτασε στο σημείο να καταχραστεί πάνω από 10 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε διάστημα 1,5 χρόνου!

Το ιδιαίτερο του χαρακτήρα του Μαχόνι, το άρρωστο της ιστορίας, είναι πως είναι μόνο τζογαδόρος, τίποτε άλλο. Δεν τον απασχολεί τίποτε άλλο, δεν έχει άλλα πάθη, δεν έχει άλλες ανησυχίες, δεν έχει κανένα άλλο ενδιαφέρον, «καθαρόαιμο, το μόνο που τον νοιάζει είναι το επόμενο φύλλο», όπως σχολιάζει κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης του καζίνο στο οποίο παίζει ο Μαχόνι. Ή όπως το θέτει ο φοβερός διάλογος στο τέλος: «Τι βαθμό θα έβαζες με άριστα το 100 στις συγκινήσεις που σου πρόσφερε ο τζόγος;» τον ρωτά ένας ψυχολόγος. «100» η απάντησή του. «Και τι βαθμό θα έβαζες στη μεγαλύτερη συγκίνηση που απόλαυσες πέρα από τον τζόγο;». «20».

Για αυτό ίσως είπα και στην αρχή ότι προσωπικά δεν με συνεπήρε σε συναισθηματικό επίπεδο. Γιατί για μένα ο τζόγος είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο, και σίγουρα δεν είναι αρρώστια. Αλλά όπως και να έχει, είναι μια δυνατή ταινία και αξίζει να τη δει κανείς.

Two for the money: Ο λαμπερός κόσμος των τίπστερ

Από τις πιο γνωστές ταινίες τζόγου, Two For The Money. Όλα για τα λεφτά ο ελληνικός τίτλος, με πρωταγωνιστές τον Αλ Πατσίνο, τον Μάθιου ΜακΚόναχι και τη Ρενέ Ρούσο.

Δεν ξεφεύγει από κάποιες αμερικανιές και ένας σινεφίλ θα είχε, φαντάζομαι, ενστάσεις, όμως εγώ δεν είμαι σινεφίλ αλλά τζογαδόρος και για τα δικά μου γούστα είναι ταινιάρα. Παραβλέποντας το ηθικό της δίδαγμα (είπαμε, ο αμερικάνικος κινηματογράφος δεν μπορεί να ξεφύγει από κάποια κλισέ), το Two for the money ξέρει για τι μιλάει και προσεγγίζει δαχτυλουργικά την ψυχοσύνθεση των ηρώων, δημιουργώντας απόλυτα πραγματικούς χαρακτήρες, με τον Αλ Πατσίνο, όπως πάντα, να δίνει ρέστα σε ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.

Το ιδιαίτερο της ταινίας είναι ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες τζόγου, οι οποίες συνήθως βρίσκουν ερέθισμα και έμπνευση στο καζίνο και στο πόκερ, το θέμα της είναι κάτι πολύ πολύ γνώριμό μας: το στοίχημα! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ταυτόχρονα το Two for the Money δεν παρακολουθεί τον τζόγο και το στοίχημα μέσα από το πρίσμα του παίκτη, αλλά από αυτό του τίπστερ!

Ένας πολύ ταλαντούχος παίκτης του κολεγιακού αμερικάνικου ράγκμπι (ο ΜακΚόναχι) τραυματίζεται σοβαρά σε ένα παιχνίδι και αναγκάζεται να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Τότε γνωρίζει τον Αλ Πατσίνο, που είναι ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης εταιρίας παροχής προγνωστικών και ο οποίος τον μπλέκει στη βιομηχανία του τζόγου μετατρέποντάς τον σε σταρ τίπστερ. Το σενάριο ακολουθεί μια μάλλον προβλεπόμενη πορεία χωρίς τις φοβερές εκπλήξεις (ζενίθ-ναδίρ-λύτρωση), όμως οι μικρές λεπτομέρειες της πλοκής είναι συγκλονιστικές και οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σταδιακά, ταυτόχρονα με την εξέλιξη της ιστορίας.

Κορυφαίες στιγμές της, η φάση που ο Πατσίνο τζογάρει την ίδια του τη γυναίκα (τη Ρουσό) και κυρίως η σκηνή της απόλυτης ρελάνς που κάνει προς το τέλος στον ΜακΚόναχι. Κρατιέμαι όμως και δεν θα σας την περιγράψω αυτή τη σκηνή της ρελάνς του Πατσίνο, γιατί πραγματικά πρέπει να τη δείτε την ταινία. Ειδικά αν είστε τίπστερ κι έχετε ήδη μπλέξει στη βιομηχανία του τζόγου. Κι ίσως ακόμη πιο ειδικά, αν ονειρεύεστε να μπλέξετε…

The Croupier: Το μυθιστόρημα του τζόγου

Πλέον δεν ασχολούμαι με το τουίτερ και ο λογαριασμός μου είναι εδώ και καιρό αδρανής. Αλλά όταν τον είχα πρωτοανοίξει, το «bio» που είχα γράψει ήταν μια -το ομολογώ- κάπως επιτηδευμένα πιασάρικη φράση: «Μικρός ήθελα να γίνω συγγραφέας. Αλλά τελικά έγινα τζογαδόρος, που από μία οπτική γωνία είναι το ίδιο και το αυτό». Τότε ένας αναγνώστης του Match Money με είχε ρωτήσει τι θέλω να πω με αυτή την ατάκα. Δεν θυμάμαι τι του είχα απαντήσει ακριβώς και πώς τον είχα αποφύγει, η σωστή απάντηση πάντως θα ήταν δες το Croupier και θα καταλάβεις.

Του 1998, αγγλική, με αφηγηματικό στιλ και νουάρ ατμόσφαιρα. Πρωταγωνιστής είναι ο Κλάιβ Όουεν και ο ήρωας που υποδύεται ένας επίδοξος συγγραφέας που δεν τζογάρει ποτέ αλλά δουλεύει ως κρουπιέρης σε ένα καζίνο του Λονδίνου ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Έχει πολύ καλό ρυθμό, εξαιρετικές ατάκες και σωστές ερμηνείες, κι όσο κι αν το σενάριο θα μπορούσε να πάει ένα βήμα παραπέρα (ειδικά στο φινάλε), αξίζει σε κάθε περίπτωση τον κόπο.

Ταινίες τζόγου - The Croupier

«Ήταν ο Τζακ (σημ. το όνομα του ήρωα της ταινίας) και ήταν και ο Τζέικ (σημ. το όνομα του ήρωα του βιβλίου που γράφει ο ήρωας της ταινίας). Κι έπρεπε να πληρώσει ένα τίμημα για τη διπλή ζωή του» μονολογεί κάποια στιγμή ο Όουεν καθώς η ταινία παίζει με τη διπλή ζωή του συγγραφέα και το πώς παρασύρεται από τη ζωή του ήρωα του βιβλίου του. «Στη ζωή πρέπει να κάνεις μια βασική επιλογή, θα είσαι παίκτης ή κρουπιέρης;» συνεχίζει σε κάποια άλλη φάση ο Όουεν/Τζακ. Ή, όπως θα το έθετα εγώ, «στη ζωή πρέπει να κάνεις μια βασική επιλογή, θα είσαι ο συγγραφέας ή ο ήρωας του μυθιστορήματος;».

The Cooler: Το χάρισμα και η γκαντεμιά

Ιδιαίτερη ταινία και το Τhe Cooler, O Γκαντέμης στα ελληνικά, του 2003. Και εδώ ο ήρωας (ο Γουίλιαμ Μέισι) δεν είναι κάποιος παίκτης/τζογαδόρος, αλλά ένας επαγγελματίας… γκαντέμης που δουλεύει στα καζίνο του Λας Βέγκας. Δουλειά του είναι να διπλαρώνει τους παίκτες που κερδίζουν και, με την έμφυτη γκαντεμιά του, να τους φέρνει κακοτυχία.

Πολύ καλό το εύρημα και η ταινία θα μπορούσε να εξελιχθεί πολύ δυνατά, όμως τελικά δεν εξελίσσεται. Στην αρχή μάς βάζει σωστά στο κλίμα, όμως πολύ γρήγορα ξεπέφτει σε εύκολες λύσεις, καθώς ο Μέισι ερωτεύεται μια σερβιτόρα και από εκείνη τη στιγμή χάνει την ικανότητα να φέρνει γκίνια, αφού πια είναι ερωτευμένος και ευτυχισμένος. Όμως όλη αυτή η μετατροπή δίνεται κάπως χοντροκομμένα και γλυκανάλατα, χωρίς βάθος και κορύφωση, για να ξεφύγει από κει και πέρα η ταινία σε κάτι που θυμίζει απλή αμερικάνικη περιπέτεια της σειράς.

21: Μετρώντας τα φύλλα

Το 21, του 2008, έχει όντως πολύ ενδιαφέρον θέμα, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ένας καθηγητής μαθηματικών (ο Κέβιν Σπέισι) στρατολογεί μέσα από τους φοιτητές του τα καλύτερα μαθηματικά μυαλά, ώστε να φτιάξει μια ομάδα που θα «μετράει» τα φύλλα στο μπλακ τζακ και θα ξετινάξει τα καζίνο.

Το αποτέλεσμα όμως είναι απογοητευτικό. Πολύ γρήγορα γίνεται εμφανές πως το 21 δεν έχει σοβαρές φιλοδοξίες και καθόλου βάθος, πως δεν ενδιαφέρεται ούτε για τον τζόγο ούτε για το χαρακτήρα του τζογαδόρου και πως απλά στοχεύει στο box office. Κρίνοντας από τη μεγάλη εμπορική της επιτυχία, τα κατάφερε, αλλά για τα δικά μου γούστα όχι.

Even Money: Αμερικανικές κοινοτοπίες

Το Even Money, του 2006, μεταφράστηκε στα ελληνικά ως Στο χείλος του τζόγου – και μόνο από τη μετάφραση καταλαβαίνει κανείς… Έχει βέβαια ενδιαφέρον καστ (Κιμ Μπάσιντζερ, Ντάνι ντε Βίτο κτλ.), είναι καλογυρισμένη, επαγγελματική και ευχάριστη, όμως μέχρι εκεί.

Ταινίες τζόγου - Even Money - Κιμ Μπάσιντζερ - Ντάνι ντε Βίτο

Παράνομοι μπουκ, στοιχηματική μαφία, διεφθαρμένοι μπάτσοι, άρρωστοι τζογαδόροι, στησίματα στο κολεγιακό μπάσκετ κτλ., όλα αυτά κι άλλα τόσα κλισέ μπλέκονται μαζί, συνθέτοντας τελικά ένα τελείως άνισο και μπερδεμένο σύνολο, γεμάτο κοινοτοπίες. Αν εξαιρέσουμε τον Ντε Βίτο, που παίζει έναν ξοφλημένο ταχυδακτυλουργό και δίνει το κάτι παραπάνω, οι χαρακτήρες είναι προβλέψιμοι και ρηχοί, χωρίς εμβάθυνση. Και συνολικά η ταινία, πολύ αμερικάνικη και ηθικοπλαστική.

Lucky you: And the winner is…

Το Lucky You, του 2007, δεν ξέρω πώς βγήκε στα ελληνικά, αλλά μάλλον είναι η χειρότερη από όλες τις ταινίες τζόγου που έχω δει. Αποκάλυπτα στημένη, πολύ εύπεπτη και εμπορική, σχεδόν σαν τηλεταινία του σωρού – κάπου διάβασα ότι γυρίστηκε απλά για λόγους προώθησης του World Series Of Poker, και όντως έτσι πρέπει να είναι. Ψεύτικα λαμπερή και πνιγμένη στα κλισέ, με αποκορύφωμα στο τέλος την τελείως επιφανειακή κόντρα γιου-πατέρα που βρίσκονται αντιμέτωποι στο ίδιο τραπέζι πόκερ.

Χάσιμο χρόνου, ακόμη κι αν ο κορονοϊός κρατήσει ως εκεί που δεν μπορούμε να φανταστούμε, δεν ξέρω, θα βρούμε κάτι άλλο να κάνουμε…

Ο τζόγος στα ελληνικά

Για το τέλος, άφησα μια ελληνική. Poker Face, του 2012. Σε σκηνοθεσία του Χρήστου Δήμα, με τον Άλκη Κούρκουλο και την Εύη Σαουλίδου στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους και μαζί τους τον Αντώνη Καφετζόπουλο, τον Δημήτρη Πιατά, τον Γιώργο Πυρπασόπουλο και, κυρίως, τον πάντα αγαπημένο Γιάννη Μποσταντζόγλου.

Δεν είναι κάτι το τρομερό, αλλά, αν μη τι άλλο, βλέπεται ευχάριστα. Δεν θα τη σχολιάσω περαιτέρω πάντως. Υπάρχει ελεύθερα και ολόκληρη στο Youtube, οπότε όποιος έχει κέφι τη βλέπει χωρίς spoilers.

Δύναμηηηηηηηηηη!!!!!!!

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ