ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Καθηγητής Μυστήριος: Ο σκληρός χειμώνας του ’85

Δημοσιεύτηκε: Καθηγητής Μυστήριος στις 09:49 05/05/2019

Τον θυμάμαι πολύ καλά εκείνο τον χειμώνα, παρότι δεν είχα μπει καλά καλά στην εφηβεία (όχι πως βγήκα ποτέ), τον θυμάμαι ανατρεπτικό και βαρύ, σαν γαλλόφωνο νουάρ μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στον αρκτικό κύκλο, με ίχνη στο χιόνι, τα σχολεία κλειστά για σχεδόν ένα μήνα, την αγωνία τού να μην ξέρεις τη γλώσσα σε μια ξένη χώρα να μπερδεύεται με την αγωνία του ραδιοφωνικού εκφωνητή (στα βραχέα) για το πέναλτι του Σαραβάκου στο Γκέτεμποργκ, το “Like a Virgin” της Μαντόνα που τα ξεκίνησε όλα, την κραυγή της γιαγιάς μου που σκέπασε τους πανηγυρισμούς του Ιαν Ρας στο “heavyweight clash” του Κυπέλλου κόντρα στην Τότεναμ, και εντέλει την αγωνία να μην ξέρεις τη γλώσσα σε ένα αποκλεισμένο από το άνευ προηγουμένου χιόνι νοσοκομείο, σε μια ξένη χώρα, όντας ένας «sale étranger», ο βρώμικος ξένος.

Ο χειμώνας του ‘85 μπορεί και να ήταν ο πιο σκληρός του αιώνα με το θερμόμετρο να χτυπάει ιστορικά χαμηλά σε ολόκληρη την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη (και τις ΗΠΑ), αποκύημα ενός, πρωτόγνωρου τότε. μετεωρολογικού φαινομένου, της πολικής δίνης (δηλαδή πολικές αέριες μάζες που «ξέφυγαν» από την Αρκτική), φαινόμενο που πια δεν είναι τόσο σπάνιο, απότοκο της κλιματικής αλλαγής.

Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο που σάρωσε φέτος τις ΗΠΑ, με τις «μπιλοζίρια» πχ στο Σικάγο να αγγίζουν τους -30C, λίγο πιο πάνω από το ιστορικό χαμηλό του 1985. Κι αν το 1985 είχε και τα καλά του, με τη ματαίωση της δημόσιας τελετής και της παρέλασης ορκωμοσίας του Ρόναλντ Ρίγκαν λόγω του πολικού ψύχους (ασορτί με το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής), φέτος που έχουμε την τύχη ο «πλανητάρχης» να διαθέτει «σεφερλίδικο» χιούμορ και λογαριασμό τουίτερ, δεν γλιτώσαμε την παρέλαση των «reality-εμπεριστατωμένων» απόψεων του…

Η άνοιξη βέβαια που μας πρόλαβε ήταν ακόμη χειρότερη, με τις σειρήνες των ασθενοφόρων να ουρλιάζουν στη λεωφόρο έξω από το σπίτι μας με κατεύθυνση το Χέυζελ, τα αποσβολωμένα βλέμματα στα φλεγόμενα πλάνα του BBC από την τραγωδία του Μπράντφορντ, για να μην πω για τον Απρίλη που ακολούθησε και έμελλε (“o Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός”) να μας κληροδοτήσει εξ ανατολών το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ και από δυσμάς το «Say You, Say Me» του Λάινελ Ρίτσι.

Τα τσερνομπίλια, όπως έλεγε και η γιαγιά μου, που είχε βγει εν τω μεταξύ από το νοσοκομείο (γιατί ποιος αντέχει να πεθάνει ως «sale étranger» στις Βρυξέλλες χωρίς να προλάβει έστω τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ), μου θυμίζουν εκείνη την ανέκδοτη ιστορία στα χιονισμένα και με -5 βαθμούς Ανώγεια που μπαίνει ο Λάινελ Ρίτσι, sorry ο Λουδοβίκος ήθελα να πω, στο καφενείο του χωριού και ξαφνικά από τα ηχεία μέσα και από τα μεγάφωνα έξω αρχίζουν να ακούγονται τζιτζίκια (από μια κασέτα που είχε ηχογραφήσει ο ίδιος και είχε βάλει να παίζει ο καφετζής) – με τους θαμώνες να έχουν μείνει άναυδοι και να κοιτιούνται μεταξύ τους γύρω από την ξυλόσομπα για το αλλόκοτο εκείνο κοντράστ με την παγωμένη πλάση, μέχρι που ένας γέροντας υπερήλικας κραδαίνει τη μαγκούρα του, αναστενάζει και λέει: «Ε ρε τι μας κάναν τα τσερνομπίλια! Τι άλλο θα δουμ’ ακόμη…»

Η αλήθεια είναι ότι εκείνον το σκληρό χειμώνα του ’85 τα είχαμε δει όλα, από την κοκκινομάλλα ιδιοκτήτρια να κατεβαίνει τον παράδρομο με σκι για να ανοίξει τη γειτονική παμπ, μέχρι την Έβερτον και τον ΠΑΟΚ να παίρνουν το πρωτάθλημα, και από τη Σκωτσέζα καθηγήτρια ιστορίας που είχα στο ‘Schola Europaea’ να υπαινίσσεται κάτι περίεργα για τη Μακεδονία (ακριβώς πάνω στον εορτασμό των 2300 χρόνων της Θεσσαλονίκης), μέχρι τον Παναθηναϊκό να φτάνει στα ημιτελικά του κυπέλλου Πρωταθλητριών, την ώρα που η οργιαστική τριπλέτα Μαύρος–Εστερχάζυ–Σάντμπεργκ έμενε μπουκάλα – και για του λόγου το αληθές, η οικεία βελγική μπάντα Mint τον έκανε μέχρι και τραγούδι.

Μα έλα τώρα, υπάρχει πραγματικά χώρα Βέλγιο, θα μου πείτε υπομειδιώντας οι πιο παλιοί (γιατί για τους Millennials θαρρώ πως οι Ααζάρ, Λουκάκου και σία το έχουν καρφιτσώσει στον χάρτη), που κάνετε πως δεν θυμάστε τον Πφαφ και τον Γκέρετς ή μου βγάζετε Ιταλό τον Έντζο Σίφο – ε μήπως να σας θυμίσω σε πόσες συναυλίες των Deus έχουμε πιάσει πόστο παρέα; Κι αν προτιμάτε κάτι πιο mainstream, έτσι πληροφοριακά, το πρώτο single που έβγαλαν ποτέ οι πολυβραβευμένοι Coldplay, δεν είναι παρά στεγνή αντιγραφή του “The Winter Of 1985″ των Mint! Γιατί καθώς λέει και μια ψυχή: «δεν είμαστε ψυχαναγκαστικοί, αλλά βινύλιο που έχει γεμίσει γρατζουνιές στα κουπλέ»…

Εκείνο το πρωινό της Δευτέρας, αλησμόνητο γιατί ο πατέρας μου είπε συνωμοτικά πως αυτό που είχαμε δει λαθραία τα ξημερώματα ήταν ό,τι πιο καθηλωτικό είχε δει ποτέ του στην τηλεόραση, η γιαγιά φώναζε για το ποιος έσπασε το αγαλματάκι που είχε πάνω στην τηλεόραση, πήγαινα ακόμη σχολείο Απρίλη μήνα με μπότες του σκι και φορώντας την πιτζάμα μέσα από το παντελόνι, ενώ από τη στάση ακόμη με τον Ιταλό συμμαθητή μου και σε όλα τα διαλείμματα με κάθε λογής φυλές μια ερώτηση ηλέκτριζε τον αέρα: «το είδες το ματς χθες;» – και το εν λόγω ματς ρε φίλε δεν ήταν ούτε ποδόσφαιρο, ούτε μπάσκετ, ούτε καν τένις, αλλά αυτό που έμεινε στην ιστορία σαν το πιο εκπληκτικό παιχνίδι σνούκερ όλων των εποχών, το οποίο έμελλε να κριθεί στις τρεις τα ξημερώματα, στην τελευταία μαύρη μπάλα του 35ου frame!

Θα κάνω μια παρένθεση να σας πω για τον «Στήβι» και το σινάφι του. Αυτός ήτανε πολύ καλός από κούνια. Η δεξιοτεχνία του ήταν θεϊκή. Ο μάνατζερ και οι οπαδοί του, όμως, τον είχαν «κρύψει». Έπαιζε σαν ερασιτέχνης στο σιρκουί, με το λάου-λάου, αλλά τους κούφαινε όλους σε προπονήσεις και σε ματς κεκλεισμένων των θυρών, στο ανατολικό Λονδίνο από όπου κατάγεται. Πλήρης μυστικότητα!

Όταν ο Ντέηβις απέκτησε τους απαιτούμενους βαθμούς σαν ερασιτέχνης, έγινε επαγγελματίας, με δικαίωμα συμμετοχής στα μεγάλα τουρνουά, των οποίων το αποκορύφωμα ήταν το Embassy, στον ναό του αθλήματος, στο θέατρο του Crucible του Σέφιλντ στη βόρειο Αγγλία. Ο Ντέηβις δεν ήταν γνωστός και έτσι ήταν μεγάλο αουτσάιντερ με τους μπουκ για την κατάκτηση του τροπαίου… Από την ημέρα που είχανε βγει οι αποδόσεις, ο Ντέηβις παιζόταν συστηματικά, με μικρομεσαία στοιχήματα σε όλη την Αγγλία, για να μην πάρουνε χαμπάρι οι μπουκ. Όταν πλασαριστήκανε τα στοιχήματα για την κατάκτηση, άρχισε το νταλαβέρι στα επί μέρους ματς. Εκεί δεν υπήρχε «ζούλα».

Κατέβαιναν οι οπαδοί του Ντέηβις με χαρτοφύλακες γεμάτους εικοσάλιρα και τα σπρώχνανε σε όποιον μπουκ ήταν πρόθυμος να τους ικανοποιήσει. Μιλάμε για τις οικονομίες των θαμώνων του σφαιριστηρίου του Ντέηβις, για προσωπικά δάνεια, μέχρι και υποθήκες ακινήτων για να ποντάρουν στον «κοκκινομάλλη».

Τότε ήταν που είχε καθιερωθεί το περίφημο “SteveDaviesroar”(η βοή του Στιβ Ντέηβις). Κάθε φορά που ο Ντέηβις έκανε μαγκιά στο τραπέζι, ή κέρδιζε ένα frame, ακουγόταν ένα «Γιέέές» που ξεκίναγε από τα έγκατα της Γης και πέταγε την οροφή του Crucible στα επουράνια. Θυμάμαι ένα αγαλματάκι που είχαμε πάνω στην τηλεόραση, που κουνιότανε από τα ουρλιαχτά. Τα κουτσαβάκια του Romford είχανε χεστεί στη λίρα. Μιλάμε για περιουσίες, για αφυπηρετήσεις!

Ο Ντέηβις κέρδισε το Embassy κατατροπώνοντας τα μεγάλα αστέρια, όπως τον συνώνυμό του βετεράνο και μέχρι τότε «άπαικτο», Τζον Ντέηβις. Τόσο ο ένας, όσο και ο άλλος Ντέηβις ήταν καταλυτικοί στο να αποκτήσει το πάλαι ποτέ «μπανάλ» σνούκερ, τη φανατική και πολυπληθέστατη ακολουθία που έχει σήμερα στην Αγγλία…»

Λένε πως δεν πρέπει ποτέ να αφήνεις την αλήθεια να σου χαλάσει μια καλή ιστορία και έτσι μπήκα στον πειρασμό να αντιγράψω αυτούσια την αφήγηση του Μάστορα, παρότι βρίθει από ανακρίβειες, σχεδόν ποιητική αδεία. Η ουσία παραμένει πως ο Στιβ Ντέηβις, παρότι στο ντεμπούτο το στο Crucible αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο και του πήρε τρία χρόνια μέχρι να κατακτήσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο (σαν φαβορί των υποψιασμένων μπουκ παρότι νο15 στην κατάταξη), υπήρξε αδιαμφισβήτητα από τους βασικούς πόλους έλξης του σπορ και της γεωμετρικά αυξανόμενης δημοτικότητάς του με 7 τίτλους στη δεκαετία του ’80 (και δύο τελικούς, ένας εκ των οποίων το θρυλικό ματς του ’85). Το δε ματς που αναφέρεται ο Δάσκαλος, πρέπει να είναι το τηλεοπτικό του ντεμπούτο σαν επαγγελματίας κόντρα στον πάντα γελαστό Fred Davis για το “Pot Black”, ένα ετήσιο τηλεοπτικό τουρνουά του BBC που όντως συνεισέφερε τα μέγιστα στη διείσδυση του σπορ.

Ενδεικτικό πάντως του κομβικού ρόλου του Στήβι είναι πως το 1985 λανσαρίστηκε ένα από τα πρώτα video game της ιστορίας, με τον εύγλωττο τίτλο “ Steve Davis Snooker”, κάτι που σε συνδυασμό με την άφιξη ενός Commodore 64 λίγο αργότερα (και του Venus των Bananarama), έκανε τον επόμενο χειμώνα πιο γλυκό, σχεδόν μεσογειακό. Αλλά ποιος ξέρει, το πιθανότερο είναι και για αυτά τελικά να φταίγαν τα τσερνομπίλια…

ΥΓ1. Η δεκαετία του ’80 ήταν η πιο ροκ δεκαετία του σνούκερ, με απίθανες περσόνες και απίστευτα νούμερα τηλεθέασης (20 εκατομμύρια) που συνοδεύονταν από ιστορίες για ναρκωτικά, βία και άγρια μεθύσια. Ο τελευταίος πραγματικά μεγάλος που τους πρόλαβε στη στροφή είναι ο Ρόνι Ο’Σάλιβαν (στην άκρη της φώτο) που κουβαλά μια ωραία στοιχηματική ιστορία, καθώς αφού το δεύτερο μισό του 2012 είχε αποσυρθεί για προσωπικούς λόγους από την ενεργό δράση, τον Μάρτιο ανακοίνωσε ότι επανέρχεται, με τις αποδόσεις να καταρρέουν μέσα σε λίγες ώρες και παρά την απραξία να κερδίζει άνετα στο Crucible.

ΥΓ2. Μόλις στις 11 Δεκεμβρίου ο Τζον Χίγκινς παραδέχθηκε ότι βρισκόταν σε κατάθλιψη και πως σκεφτόταν σοβαρά να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Πριν περάσουν καν πέντε μήνες, μετά από ένα μνημειώδες come back στον ημιτελικό, ξαναβρίσκεται στον τελικό ενός Παγκόσμιου πρωταθλήματος. Στον σημερινό τελικό που θα ολοκληρωθεί τη Δευτέρα. Με την εμπειρία 8 τελικών στην πλάτη και για 3η συνεχόμενη χρονιά φιναλίστ, ίσως τον αδικεί ο ρόλος του καθαρού αουτσάιντερ (;) .

ΥΓ3. Η γιαγιά μου που σε κάθε τι αναπάντεχο είχε τη συνήθεια να αναφωνεί «ω βοή που μου ‘ρθε», τα κατάφερε τελικά να επιστρέψουμε όλοι στην Ελλάδα με λίγο απ’ το κανονικό ΠΑΣΟΚ και πρόκαμε ακόμη το γκολ του Καραγκιοζόπουλου και να δει τον εγγονό της στο Πολυτεχνείο – δεν αξιώθηκε φυσικά την αποφοίτηση και παραληρήματα σαν αυτά εδώ στα blogs του Match Money, αλλά και γι’ αυτά μάλλον θα φταίνε τα τσερνομπίλια…

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ