ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Γιάννης Δρόσος: Αφιέρωμα στην Αλσβένσκαν 2019

Δημοσιεύτηκε: Γιάννης Δρόσος στις 10:20 27/03/2019

Παρακολουθώντας στενά εδώ και πολλά χρόνια το σουηδικό ποδόσφαιρο και εισχωρώντας όλο και πιο βαθιά σε αυτό, πριν περάσω στο διά ταύτα του φετινού πρωταθλήματος, θα παραθέσω τη συνολική εικόνα της γενικότερης νοοτροπίας και αντιμετώπισης του ποδοσφαίρου στη Σουηδία, με σκοπό μια πιο ξεκάθαρη εικόνα πίσω από τις «κουρτίνες» για το πρωτάθλημα που, σχεδόν, μονοπωλεί το ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

O λόγος στα μέλη

Δεν περιμένει κανείς εμένα να του πω πως στην εποχή που ζούμε το ποδόσφαιρο είναι άμεσα εξαρτώμενο από το χρήμα και πως αποτελεί το βασικότερο παράγοντα για αύξηση των πιθανοτήτων προς την επιτυχία και διάκριση μιας ομάδας. Στη Σουηδία δεν υπάρχουν μεγαλοεπενδυτές και οι περισσότερες ομάδες -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- βασίζονται σε διοικήσεις που εκλέγονται από τα εγγεγραμμένα μέλη της κάθε ομάδας.

Κάθε χρόνο έναν περίπου μήνα πριν την έναρξη της νέας σεζόν λαμβάνει χώρα μια προκαθορισμένη γενική συνέλευση για όλα τα μέλη, που αποσκοπεί σε ανασκοπήσεις της περασμένης χρονιάς, των οικονομικών, αλλά και να βρεθούν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, και τέλος να τεθούν νέοι στόχοι.

Η εξαίρεση της Έστερσουντ

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον παραπάνω κανόνα είναι η ομάδα της Έστερσουντ. Eνας σύλλογος που σάρωσε τις χαμηλές κατηγορίες και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να εδραιωθεί στη μεγάλη κατηγορία και να κάνει το όνομά της να ακουστεί στην Ευρώπη βασιζόμενος αποκλειστικά στις επενδύσεις του Ντόνιελ Σίντμπεργκ, ενός ισχυρού οικονομικά άντρα της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ο ισχυρός άντρας της Έστερσουντ, Ντόνιελ Σίντμπεργκ.

Η περίπτωσή του θυμίζει κάτι από Ελλάδα, καθώς πέρσι βγήκαν διάφορα σκάνδαλα στη φόρα και παρά τις όποιες νομικές κινήσεις, ο συγκεκριμένος άνθρωπος συνεχίζει να διοικεί την ομάδα, παρόλο που την προηγούμενη χρονιά για περίπου ένα με δυο μήνες είχε αποσυρθεί από την «ενεργό» δράση.

Στόχος το κέρδος

Οι σουηδικές ομάδες δυσκολεύονται ή και αρνούνται να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, κάτι που επηρεάζει άμεσα το επίπεδο και εκεί οφείλεται κατά κύριο λόγο η απουσία τους από τις μεγάλες ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Ως μια παραγωγική χώρα με βαριά βιομηχανία που στοχεύει στο κέρδος, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιμετωπίζει και το ποδόσφαιρο. Οι πόρτες της εξόδου για κάθε ποδοσφαιριστή είναι μονίμως ανοιχτές, αφού για την εκάστοτε ομάδα αυτό θα μεταφραστεί σε χρήμα. Είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις που ο κόσμος θα «κράξει» έναν ποδοσφαιριστή που θα επιλέξει να δοκιμάσει την τύχη του στην Ευρώπη. Και αν αποτύχει δεν πειράζει, η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή για ενδεχόμενη επιστροφή.

Σε τακτικό επίπεδο, εν μέρει, είναι θετικό το γεγονός πως οι σύλλογοι βασίζονται σε προπονητές εντός συνόρων και σπανίως αναζητούν λύσεις από το εξωτερικό. Ο βασικότερος λόγος είναι ο προφανής. Το κόστος.

Αλλά όχι μόνο το κόστος. Ένας άλλος λόγος είναι η αντίληψη και η νοοτροπία. Οι Σουηδοί, στο σύνολό τους, είναι ένας όχι και τόσο ευέλικτος λαός, που πιστεύει πολύ στις δυνάμεις του και στο δικό του τρόπο σκέψης. Αναπόφευκτα, ή θα προσληφθεί ξένος προπονητής με παρόμοια προσέγγιση ή θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί όσο το δυνατόν περισσότερο στη σουηδική πραγματικότητα, διαφορετικά θα υπάρξει «σύγκρουση». Αυτό ευνοεί τους φιλόδοξους, ντόπιους προπονητές, δεν ευνοεί όμως ιδιαίτερα τα όνειρα και τις προσδοκίες των πιο απαιτητικών οπαδών.

Και βέβαια δεν κοστίζουν μόνο οι προπονητές. Σίγουρα διαβάζετε δεξιά και αριστερά για μεταγραφικές κινήσεις πριν από κάθε σεζόν. Όταν γίνεται αναφορά σε αυτές, στη Σουηδία εννοούμε, σε μεγάλο ποσοστό, προσθήκες που έγιναν από παίκτες που έμειναν ελεύθεροι. Όσο κατεβαίνουμε σε δυναμική ανά σύλλογο, αλλά και κατηγορία, τόσο πιο έντονο αυτό το φαινόμενο.

Ισπανικό μοντέλο στη Σουηδία

Για να μιλήσουμε και λίγο ποδοσφαιρικά, από αρκετές ομάδες υπάρχει μια τάση τα τελευταία έτη προς το γρήγορο ποδόσφαιρο υψηλών ποσοστών κατοχής και το ισπανικό μοντέλο. Και εκεί κυρίως οφείλονται τα ανισόρροπα ματς και οι αρκετές εκπλήξεις που βλέπουμε, αλλά και οι ωραίες προσπάθειες όπως αυτή της Σούντσβαλ, που πέρυσι έπαιξε ποδόσφαιρο κατοχής με υψηλές επιδόσεις και εντυπωσιακά αποτελέσματα. Με τρεις-τέσσερις Ισπανούς ποδοσφαιριστές από χαμηλές κατηγορίες και έναν βοηθό προπονητή Ισπανό δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να δούμε τα αποτελέσματα επί τάπητος.

Ωστόσο, υπάρχουν και ομάδες που πηγαίνουν κόντρα στο συγκεκριμένο τρόπο, υιοθετώντας αμυντικό τρόπο παιχνιδιού, κάτι που έκανε άκρως επιτυχημένα πέρσι η ΑΪΚ στην πρώτη κατηγορία και η Εσκιλστούνα στην δεύτερη.

Για να κλείσω αυτή τη μεγάλη εισαγωγή θα το συνοψίσω λέγοντας πως το σουηδικό ποδόσφαιρο είναι μια καλοδουλεμένη μηχανή που παράγει, ως επί το πλείστον, ταπεινούς και προσγειωμένους παίκτες-εργάτες με μεγάλα πνευμόνια και με ικανοποιητική τεχνική κατάρτιση, στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να αγωνιστούν σε μεγαλύτερα πρωταθλήματα.

Χωρίς αντίπαλο Μάλμε και ΑΪΚ

Την τελευταία δεκαετία η Μάλμε προσπαθεί να κάνει πράξη αυτό που χρόνια προσπαθούν άλλες ευρωπαϊκές ομάδες στα εγχώρια πρωταθλήματά τους. Να δημιουργήσουν μια αυτοκρατορία, να αφήσουν πίσω τους μια χρυσή εποχή με κατακτήσεις, τρόπαια και διακρίσεις. Και παρότι πέρυσι η Μάλμε έχασε το πρωτάθλημα από την ΑΪΚ, συνολικά η ομάδα του νότου τα καταφέρνει αρκετά καλά, αν αναλογιστούμε τις συχνές συμμετοχές σε ομίλους τόσο του Τσάμπιονς Λιγκ όσο και του Γιουρόπα Λιγκ, που συνοδεύονται από αξιόλογες εμφανίσεις, αλλά και από τα πέντε εγχώρια πρωταθλήματα από το 2010 και μετά. Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε πως μιλάμε για το σουηδικό πρωτάθλημα, όπου η δυναμική των ομάδων μεταβάλλεται πολύ εύκολα.

Ταυτόχρονα, η περσινή πρωταθλήτρια ΑΪΚ, ως ένας μεγάλος και λαοφιλής σύλλογος, έχει πάντα την πίεση στις πλάτες της. Ο κόσμος της είναι απαιτητικός, εκδηλωτικός και ακραία αντιδραστικός. Η δίψα για συμμετοχή στην Ευρώπη και για κατάκτηση του πρωταθλήματος είναι τεράστια και η διοίκηση είναι αναγκασμένη να υπόσχεται πολλά. Ο προγραμματισμός για την ερχόμενη σεζόν ευνοεί αυτές τις υποσχέσεις και αποτελεί τη μοναδική πραγματική απειλή της Μάλμε για τον φετινό τίτλο.

Φάρμακο η Ευρώπη

Τη χρονιά που μας πέρασε η Μάλμε δεν κατάφερε να επαληθεύσει τον τίτλο του  φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου χάνοντας από νωρίς το τρένο. Πάνω όμως που τα πράγματα πήγαν να οξυνθούν, η εντυπωσιακή, για τα δεδομένα ενός σουηδικού συλλόγου, πορεία της στην Ευρώπη έφερε νέο κύμα αισιοδοξίας και ευημερίας στον κόσμο της με αποτέλεσμα να δεχθεί με ηρεμία την απώλεια του πρωταθλήματος.

Τον πρώτο βήμα για να σπάσει την κυριαρχία της Μάλμε έκανε πέρυσι η ΑΪΚ, κατακτώντας τον πρώτο της τίτλο μετά το 2009.

Αυτή η απώλεια μπορεί να ερμηνευτεί με δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ο τέως τεχνικός της, Μάγκνους Πέρσον – νυν της Κάλμαρ -, ο οποίος πραγματοποίησε έναν κάκιστο πρώτο γύρο, αναγκάζοντας τη διοίκηση να τον απομακρύνει και να τον αντικαταστήσει με τον Γερμανό Ούβε Ρέσλερ.

Ο δεύτερος λόγος είναι η σοβαρότητα, ή αν προτιμάτε ο κυνισμός της ΑΪΚ, η οποία διέγραψε μια από τις πιο σταθερές και εντυπωσιακές πορείες της ιστορίας της. Για τη νέα πρωταθλήτρια όλα λειτούργησαν ρολόι, καταγράφοντας μόλις μια ήττα σε τριάντα αγωνιστικές, έχοντας παράλληλα την καλύτερη άμυνα με μόλις 16 γκολ παθητικό και κρατώντας 19 φορές ανέπαφη την εστία της.

Η δε Νόρσεπινγκ, που τερμάτισε μόλις δυο βαθμούς πίσω από την ΑΪΚ, ποτέ δεν πλησίασε ρεαλιστικά την κατάκτηση και ποτέ δεν απείλησε άμεσα. Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί η τεράστια προσπάθεια που κατέβαλε το συγκρότημα του Γιενς Γκούσταφσον.

Μεγάλο το άνοιγμα των αποδόσεων

Έτσι λοιπόν, για να τα βάλουμε σε μια σειρά, ΑΪΚ και Μάλμε είναι οι βασικές διεκδικήτριες και από πίσω έπονται, σε δεύτερη μοίρα πάντα, οι υπόλοιποι μνηστήρες της πολυπόθητης κούπας.

Η Μάλμε λογίζεται για ακόμη μια χρονιά ως το μεγάλο φαβορί για την κατάκτηση σε αποδόσεις που δεν ξεφεύγουν από τον διπλασιασμό (2,00), τιμή που σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Σαφέστατα έχει την ποιότητα, το βάθος, τη χημεία, τη φανέλα και τη νοοτροπία του πρωταθλητή, όμως δεν είναι και τόσο μεγάλη η διαφορά από την άμεση ανταγωνίστριά της, ΑΪΚ, για να δικαιολογεί αυτό το άνοιγμα στις αποδόσεις.

Ας μην ξεχνάμε πως φέτος στο παιχνίδι επιστρέφει και μπαίνει δυναμικά το αντίπαλο δέος της, η Χέλσινμποργκ, και πρακτικά μιλάμε για δυο δύσκολα και ιδιαίτερα παιχνίδια στο Ολύμπια –την έδρα της Χέλσινμποργκ- και στο Σουέντμπανκ –την έδρα της Μάλμε- που κυριολεκτικά διχάζουν την περιφέρεια Σκόνε. Αφενός γιατί είναι από τα μεγάλα ντέρμπι της χώρας και αφετέρου γιατί η Χέλσινμποργκ έρχεται με φόρα και αν τολμήσουμε να αξιολογήσουμε το ρόστερ της μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως δεν επέστρεψε απλά για να μείνει, αλλά και για να διεκδικήσει τη χαμένη της αίγλη.

Στο 2,00 η Μάλμε για την κατάκτηση του τίτλου, στο 4,00 η ΑΪΚ.

Από την άλλη, ενδεχόμενη κατάκτηση της ΑΪΚ είναι στο 4,00 και ομολογουμένως μια τέτοια απόδοση για την περσινή πρωταθλήτρια μπορεί να χαρακτηριστεί ως και προκλητική. Ας δούμε τι συμβαίνει στο στρατόπεδό της.

Μπορεί να πούλησε έναν από τους βασικότερους ποδοσφαιριστές της περσινής χρονιάς στην Κράσνονταρ, τον μέσο Κρίστοφερ Ούλσον (29/5, 5 ασίστ), όμως μην ξεχνάμε πως ηγέτης στο χώρο της μεσαίας γραμμής είναι πλέον ο πολύπειρος 33χρονος Σεμπάστιαν Λάρσον – πολυετή θητεία στην Πρέμιερ Αγγλίας με την φανέλα της Σάντερλαντ και από τα βασικά στελέχη της εθνικής ομάδας – που έχει ό,τι χρειάζεται για να σηκώσει στις πλάτες του το βάρος της ομάδας.

Από εκεί και πέρα έγιναν ορισμένες κινήσεις πάρε-δώσε που τη φέρνουν ποιοτικά στα ίδια επίπεδα. Πιο αναλυτικά, έχασε δυο βασικούς αμυντικούς, τον Ρόμπιν Γιόνσον τον οποίο απέκτησε κατ’ανάγκη στο ξεκίνημα της περσινής σεζόν από την Όντεβολντ –ομάδα τρίτης κατηγορίας- ώστε να καλύψει το κενό που άφησε ο τραυματισμός του ελπιδοφόρου Γιέσπερ Νίχολμ. Ο Αλεξάντερ Μιλόσεβιτς την άφησε για την Νότιγχαμ Φόρεστ, ωστόσο φρόντισε να τους αντικαταστήσει με τους Νορβηγούς Γκράνλι της Στάμπεκ και Έντεγκορντ της Τρούμσε, τον διεθνή Εσθονό κεντρικό αμυντικό της Μπρέντα, Κάρολ Μετς και μένει να αποδειχθούν αντάξιοι των προσδοκιών. Επιπλέον, επέστρεψε στην πρώην ομάδα του ο χρήσιμος και πλέον έμπειρος φορ Ομπάσι, ενώ πήρε και έναν ελπιδοφόρο και ιδιαίτερα ταλαντούχο Φινλανδό εξτρέμ από την Κ21 του Άγιαξ, τον Σάκου Ιλέτιπα.

Ο κορμός, λοιπόν, παρά αυτές τις τρεις αλλαγές παραμένει στο μεγαλύτερό του ποσοστό απαράλλακτος και ο Νούρλινγκ, χωρίς να εντυπωσιάζει τακτικά, καταφέρνει και διαχειρίζεται άψογα το υλικό του, ζητώντας από την ομάδα του να κάνει απλώς το αυτονόητο. Ο μοναδικός ενδοιασμός για εμάς και το μεγάλο στοίχημα για τον Νούρλινγκ και την ομάδα του είναι το αν θα μπορέσει να δέσει και φέτος το γλυκό, να βελτιώσει και να εξελίξει τακτικά την ΑΪΚ ώστε να μην κολλήσει σε τυχόν δυσκολίες και βρεθεί προ εκπλήξεων.

Ο ενθουσιασμός στον κόσμο της ΑΪΚ είναι μεγάλος και η πώληση των διαρκείας αναμένεται να ξεπεράσει τις 20.000. Είναι μεγάλη πρόκληση για τα «τρωκτικά» να κάνουν το back to back και να σπάσουν μια και καλή την αυτοκρατορία που έχει στήσει την τελευταία δεκαετία η Μάλμε.

Να σημειώσουμε λίγο και την οικονομική δύναμη των δύο μεγάλων αντιπάλων. Τα οικονομικά της Μάλμε θεωρούνται πολύ ισχυρά αυτή την περίοδο και είναι ικανή να δαπανήσει αρκετά εκατομμύρια για να ενισχυθεί το καλοκαίρι σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο. Αλλά και της ΑΪΚ τα οικονομικά είναι καλά και μπορεί και η ίδια να κινηθεί δυναμικά. Ήδη μάλιστα ακούγεται η απόκτηση του έμπειρου δεξιού μπακ της Σέλτικ, Μίκαελ Λούστιγκ.

Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι ο τίτλος είναι υπόθεση για δύο. Και κατά τη γνώμη μου, η Μάλμε δεν έχει τόσο πλεονέκτημα από την ΑΪΚ όσο δείχνουν οι αποδόσεις, η μάχη είναι περισσότερο στο 50-50.

Απέχουν οι υπόλοιποι μνηστήρες

Πέρα από τις δυο μεγάλες αυτές ομάδες δεν μπορώ να διακρίνω κάποια είτε άμεση είτε και έμμεση απειλή από τις υπόλοιπες διεκδικήτριες Νόρσεπινγκ, Χέκεν, Χάμαρμπι και Γιουργκόρντεν.

Η Νόρσεπινγκ από το 2015 και την κατάκτηση του τίτλου είναι σχεδόν μόνιμη διεκδικήτρια, αλλά πληρώνει συνεχώς την αφέλεια που την χαρακτηρίζει σε τακτικό επίπεδο με τον Γκούσταφσον στο τιμόνι της. Τη στιγμή που πάει να πείσει ότι μπορεί να κάνει την υπέρβαση, ακριβώς την ίδια στιγμή σκαλώνει.

Το γεγονός πως για ακόμη μια χρονιά δεν κατάφερε να διατηρήσει τον βασικό της κορμό, χάνοντας πολύτιμες μονάδες σε άμυνα, κέντρο και επίθεση, την καθιστά ως μια ομάδα που έχει ταβάνι ρεαλιστικά την τρίτη θέση. Και για να μιλήσουμε στοιχηματικά, το 7,50 σε πιθανή κατάκτηση δεν μου κάνει όταν έχει να παλέψει με δυο «θηρία», που η ποιότητά τους, αλλά και τα οικονομικά τους, βρίσκονται ένα σκαλί πιο πάνω. Δεν το έκανε πέρσι που η Μάλμε της έδωσε κατά κάποιον τρόπο το δικαίωμα και εκτιμώ πως η ευκαιρία χάθηκε.

Η περιοχή Lindholmen του Hisingen, στην οποία εδρεύει η Χέκεν.

Η Χέκεν, από το νησί Χίσινγκεν του Γκέτεμποργκ, έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να αλλάξει επίπεδο και να μετατραπεί σε έναν αξιοσέβαστο αντίπαλο. Εντυπωσιακός ο δεύτερος γύρος της περασμένης σεζόν, δεν ήταν όμως αρκετός για να τη φέρει κοντά στην κορυφή. Είναι σαφέστατα η πιο απολαυστική ομάδα και στην έδρα της σπέρνει το φόβο, καθώς μιλάμε για ένα άκρως παραγωγικό σύνολο που σταματά να κυνηγά το γκολ μόνο στη λήξη του αγώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι πέρσι είχε την καλύτερη επίθεση, κάτι που και για φέτος παραμένει απαράλλακτο.

Διατήρησε τον κορμό της, η χημεία και η ομοιογένεια ισχυροποιήθηκαν, οι φιλοδοξίες και οι απαιτήσεις για διάκριση είναι μόνιμη κατάσταση και έχει κάθε δικαίωμα να ονειρεύεται. Όμως, για να μπορέσει να κοιτάξει στα μάτια ΑΪΚ και Μάλμε θα πρέπει να βελτιωθεί τακτικά, κυρίως όταν αγωνίζεται μακριά από το Γκέτεμποργκ, γεγονός που αποτέλεσε την αχίλλειο πτέρνα της την προηγούμενη χρονιά. Συνολικά κατέγραψε 9 ήττες στο πρωτάθλημα με τις 8 να λαμβάνουν χώρα μακριά από το Μπραβίντα.

Βέβαια, της λείπει και αυτό που πολλοί, ίσως και ορθά, λένε, το μέταλλο. Ο Αλμ κάθισε και στον πάγκο της ΑΪΚ το διάστημα 2011-2016 αποτυγχάνοντας να κατακτήσει έστω έναν τίτλο και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που με κάνει επιφυλακτικό. Το 10,00 λοιπόν σε πιθανή κατάκτηση μπορεί να είναι μια δελεαστική απόδοση, όχι όμως και ρεαλιστική.

Γωνία στο δεκάρικο

Η περσινή έκπληξη, Χάμαρμπι, φέτος δεν θα μπαίνει στο γήπεδο ως αουτσάιντερ. Την περασμένη σεζόν κανείς δεν την υπολόγιζε, ειδικά τις πρώτες δέκα αγωνιστικές.

Για δέκα λοιπόν αγωνιστικές η ομάδα του Στέφαν Μπίλμπορν, παίζοντας ελεύθερα, οδηγούσε σταθερά την κούρσα παραμένοντας αήττητη, μοιράζοντας γκολ και θέαμα, μέχρι που την 11η αγωνιστική έφτασε η στιγμή να μετρήσει τις δυνάμεις της στο μεγάλο ντέρμπι με την συμπολίτισσα ΑΪΚ. Σε ένα κατάμεστο Tele2 έπεσε αμαχητί με 0-1 και κάπου εκεί απέδειξε πως δεν είναι έτοιμη για το κόλπο γκρόσο. Φυσικά δεν τα παράτησε, αλλά όσο περνούσαν οι αγωνιστικές και αυξανόταν η ανάγκη για βαθμούς τόσο έμενε από ψυχικά αποθέματα, μέχρι που επισκέφθηκε το Friends Arena στα πλαίσια της 22ης αγωνιστικής για να γνωρίσει νέα ήττα από την ΑΪΚ, πάλι με το ίδιο σκορ και να μπει μια οριστική ταφόπλακα στα όνειρά της. Όχι μόνο έμεινε εκτός διεκδίκησης τίτλου, αλλά κατάφερε να τερματίσει τέταρτη και να χάσει την έξοδο στην Ευρώπη.

Για να επιστρέψουμε στο παρόν, έχασε τρία ηγετικά στελέχη σε άμυνα και κέντρο, τον εμβληματικό Δανό στόπερ και ηγέτη της άμυνας Πάουλσεν, τον αριστερό μπακ Μπόργκες και τον οργανωτή Χαμάντ αντίστοιχα. Προσπάθησε να τα καλύψει, αλλά τα πρώτα δείγματα από φιλικά προετοιμασίας και κύπελλο δεν είναι ενθαρρυντικά. Και δεν είναι ενθαρρυντικά όχι σε τακτικό επίπεδο, που είναι λογικό να χρειάζονται χρόνο προσαρμογής, αλλά σε τεχνικό. Ούτε ο μέσος Κατσανίκλιτς δείχνει ικανός να τραβήξει την ομάδα, παρά την εμπειρία του από το πέρασμα του από ευρωπαϊκούς συλλόγους (Φούλαμ, Γουότφορντ, Μπέρνλι, Κοπεγχάγη, Ναντ), ούτε και ο επίσης μέσος Μπογιάνιτς, που ψάχνει να βρει τον καλό του εαυτό. Η ποιότητα στο ρόστερ θα μειωθεί ακόμη περισσότερο με την πιθανή αποχώρηση του φορ Τζούρτζιτς (27/13).

Ο Μπίλμπορν σε κάθε ευκαιρία τονίζει στους δημοσιογράφους ότι είναι η καλύτερη ομάδα, όπως δήλωσε και στο ντέρμπι στα προημιτελικά του κυπέλλου με την Γιουργκόρντεν, όμως έμεινε στα λόγια, γνωρίζοντας την ήττα και τον αποκλεισμό από το θεσμό πραγματοποιώντας κάκιστη εμφάνιση.

Για να μην το κουράζω, μπορεί πέρσι να ζούσε το δικό της όνειρο για δέκα και κάτι αγωνιστικές, μπορεί και φέτος να έρχεται φουριόζα για την υπέρβαση, ωστόσο της λείπουν πολλά στοιχεία, τόσο τεχνικά όσο τακτικά και ψυχικά για να το καταφέρει. Το 12,00 σε πιθανή κατάκτηση είναι μια συμβατική απόδοση που μπορεί να δελεάσει μόνο έναν οπαδό της ή έναν που ψάχνει γωνία στο δεκάρικο.

Έχουν δίκιο οι μπουκ

Η περσινή κυπελλούχος Γιουργκόρντεν, και αιώνιος αντίπαλος της ΑΪΚ, με την οποία συνθέτουν το περίφημο ντέρμπι των διδύμων, δεν θεωρείται ως μια από τις άμεσες διεκδικήτριες από τους μπουκ, οι οποίοι την προσφέρουν στο 15,00. Ο τοπικός Τύπος όμως, και ο κόσμος της, αισιοδοξούν και τη λογίζουν ως μια ομάδα πολλά υποσχόμενη. Κατά τη γνώμη μου, το δίκιο αυτή τη φορά είναι με τη μεριά των μπουκ.

Η έλευση του Κιμ Μπέργκστραντ στο τιμόνι της φέρνει κύμα αισιοδοξίας, όμως ποτέ άλλοτε δεν είχε αναλάβει ομάδα με τόσο υψηλές απαιτήσεις και το αν θα τα καταφέρει ο τέως τεχνικός της Σίριους είναι ένα μεγάλο ερώτημα, που για εμένα προσωπικά δεν τίθεται καν. Η δε ομάδα του, για να μπορέσει να φέρει τα πάνω κάτω, επειδή της λείπει η ποιότητα και το βάθος, θα πρέπει ο ίδιος να πάρει το 150% από τον κάθε ποδοσφαιριστή του. Ωστόσο, σε τακτικό επίπεδο δεν έχει δείξει τίποτα που να μοιάζει με απειλή.

Ακόμη και οι Μάλμε και ΑΪΚ να βγουν εκτός τροχιάς τίτλου, μπροστά από τη Γιουργκόρντεν προηγούνται οι υπόλοιποι μνηστήρες…. Έτσι, το 15,00 σε πιθανή κατάκτηση είναι μια άκρως ρεαλιστική απόδοση που δεν υπάρχει λόγος να την αγοράσουμε.

Έρχεται με φόρα η Χέλσινμποργκ

Από εκεί και πέρα για να δούμε το πρωτάθλημα σε πλήρη εικόνα, εκτιμώ πως η Χέλσινμποργκ θα είναι από τις ομάδες που θα πιέσουν για την έξοδό τους στην Ευρώπη και θα κοιτάξουν να πλασαριστούν στην πρώτη εξάδα.

Έρχεται με φόρα και γεμάτη ενθουσιασμό, έχει ποιοτικούς ποδοσφαιριστές και την πολυτέλεια να διαθέτει στο ρόστερ της τον καλύτερο Σουηδό αμυντικό και ηγέτη της εθνικής ομάδας, Αντρέας Γκράνκβιστ. Κάθε αγωνιστική το γήπεδο αναμένεται να γεμίζει και τα πρώτα δείγματα γραφής από τα φιλικά προετοιμασίας είναι θετικά.

Έστερσουντ και Γκέτεμποργκ, δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις

Η Έστερσουντ, αγωνιστικά και στη μετά Πότερ εποχή, φαίνεται πως δύσκολα θα μπορέσει να κάνει την υπέρβαση διεκδικώντας την έξοδό της στην Ευρώπη. Αλλά το κυρίαρχο στην ομάδα του βορρά δεν είναι τα αγωνιστικά. Αναφέραμε και στην αρχή τα προβλήματα με τον μεγαλοεπενδυτή της. Τα σκάνδαλα έχουν βγει και πάλι στην επιφάνεια για τα οποία κατηγορείται, οι έρευνες συνεχίζονται και αν επαληθευτούν οι κατηγορίες, η ομάδα του κινδυνεύει άμεσα με υποβιβασμό σύμφωνα με την Ομοσπονδία.

Η Γκέτεμποργκ, από την πλευρά της, παλεύει με τα ρούχα της. Πέρσι στο τσακ γλίτωσε από τα χειρότερα και αντιμετώπισε εσωτερικά προβλήματα. Παρόλα αυτά διατήρησε τον Ασμπάγκι στον πάγκο της, ο οποίος όμως ξεκινά τη σεζόν ως το πρώτο φαβορί για απόλυση. Ένας Ασμπάγκι που κρατά ιδιαίτερα παθητική στάση παρότι η διοίκηση τον καπελώνει. Πέρσι λίγες αγωνιστικές πριν το τέλος τού έφεραν δυο βοηθούς, παλιούς ποδοσφαιριστές της ομάδας με σκοπό να ενισχύσουν την προσπάθεια, ενώ για φέτος προσέλαβαν στη θέση του βοηθού τον Ισπανό Φεράν Σίμπιλα, τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από την εκπληκτική περσινή πορεία της Σούντσβαλ.

Ο πολυσυζητημένος Ισπανός Φεράν Σίμπιλα.

Η πάλαι ποτέ, λοιπόν, μεγάλη ομάδα της Σουηδίας, από πολλούς, αν όχι όλους, αμφισβητείται έντονα και θεωρείται από τις ομάδες που θα παλέψουν σκληρά για την παραμονή τους κάνοντας λόγο μέχρι και για υποβιβασμό. Και αυτή η άποψη ενισχύεται δυναμικά έπειτα από τις πολύ αρνητικές εμφανίσεις σε κύπελλο και προετοιμασία.

Ωστόσο, είναι σύνηθες για μια ομάδα που αλλάζει φιλοσοφία και προσέγγιση στον τρόπο παιχνιδιού να παρουσιάζει μια προβληματική εικόνα. Και η Γκέτεμποργκ, με την καταλυτική πρόσληψη του Σίμπιλα στο τεχνικό τιμ, βρίσκεται σε αυτό το στάδιο, δηλαδή της προσαρμογής, αφού ο Ισπανός προσπαθεί να συμμαζέψει το χάος που βρήκε μπροστά του.

Δεν ξέρω αν ένας κούκος φέρνει την Άνοιξη, αλλά το σίγουρο είναι πως από φιλικό σε φιλικό φάνηκε πως οι παίκτες, παρά τα αρνητικά αποτελέσματα, αφομοίωναν όλο και περισσότερο την νέα φιλοσοφία. Και προσωπικά πιστεύω πως έχει ό,τι χρειάζεται συγκριτικά με τις υπόλοιπες ομάδες που θα παλέψουν για την παραμονή τους, όχι μόνο για να αποφύγει δυσάρεστες περιπέτειες, αλλά και να πλασαριστεί σε μια τίμια θέση στη μέση του βαθμολογικού πίνακα.

Απρόβλεπτες και αψυχολόγητες

Έλφσμποργκ, Σούντσβαλ και Κάλμαρ είναι από τις πλέον απρόβλεπτες και αψυχολόγητες ομάδες, ωστόσο έχουν την ποιότητα να αποφύγουν με σχετική άνεση τα χειρότερα η καθεμία για διαφορετικούς λόγους.

Η πρόσληψη του Μάγκνους Πέρσον –τέως Μάλμε- στην Κάλμαρ δεν προδιαθέτει για εκπλήξεις και υπερβάσεις, ωστόσο η ποιότητα των ποδοσφαιριστών του είναι αρκετή για να αποφύγει μπελάδες.

Η Έλφσμποργκ, που διατήρησε τον Τελίν στον πάγκο για δεύτερη χρονιά παρά την περσινή κάκιστη πορεία, σε συνδυασμό με την προσέλευση ενός Πορτογάλου βοηθού ονόματι Νούνο ντε Αλμέιντα και ενός Ισπανού Μιγκέλ Μπεάς, αναμένεται να παρουσιάσει βελτίωση και δεν αποκλείεται να τερματίσει κάπου στην μέση.

Η Σούντσβαλ έχασε μεν χωρίς τον Φεράν Σίμπιλα, αλλά με τους Ισπανούς ποδοσφαιριστές στο χώρο της μεσαίας γραμμής, τον καλύτερο φορ της Σουηδίας, Λίνους Χαλένιους, και τον Σέντεργκρεν σταθερά στο τιμόνι της, θεωρώ πως δεν θα μπει σε περιπέτειες. Ούτε όμως θα καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό της κάνοντας νέο προσωπικό ρεκόρ και τερματίζοντας πάνω από την όγδοη θέση.

Η μάχη της ουράς

Στην ουρά και στην προσπάθεια για παραμονή αναμένεται σκληρή μάχη μεταξύ των Ερεμπρού, Εσκιλστούνα, Φάλκενμπεργκ και Σίριους.

Η Ερεμπρού έχει θέσει αρκετά ψηλά τον πήχη με τη διοίκηση να ζητά από τον τεχνικό της, Άξελ Σελ, να τερματίσει με την ομάδα του στο πρώτο μισό του βαθμολογικού πίνακα. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Αποδυναμωμένη και με προπονητή που δεν παράγει ιδιαίτερα καλό έργο, αν δεν καταφέρει να επαναλάβει τον περσινό εντυπωσιακό πρώτο γύρο μπορεί κάλλιστα να μπει σε μεγαλύτερους μπελάδες.

Εσκιλστούνα και Φάλκενμπεργκ ως νεοφώτιστες και όχι πολύ ενισχυμένες θεωρούνται φυσιολογικά από τα πρώτα φαβορί υποβιβασμού, ενώ η Σίριους αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της φετινής χρονιάς, καθώς αλλάζει σελίδα μετά την αλλαγή προπονητή και με ένα άπειρο τεχνικό δίδυμο στο τιμόνι, τους Μίρζα Γιέλετσακ/Χένρικ Ρίντστρεμ, όλα δείχνουν εύθραυστα.