ΤΕΛ. ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ
Λόγω ενός έκτακτου προσωπικού προβλήματος του Άκη Αχλατλή, δεν θα ανέβουν σήμερα αναλύσεις για τα υπόλοιπα βραζιλιάνικα ματς. Ευχαριστούμε για την κατανόηση. πριν 6 ώρες Νίκος Αγγελής: H Λιγκ 1 καίγεται και το EFL χτενίζεται… πριν 7 ώρες Ανέστης Ζαχαράκης: Ανοίγει η αυλαία στη Γ’ Γερμανίας πριν 3 ημέρες

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Καθ. Μυστήριος: Το όνομά μου είναι Μπριάνα Στιούαρτ

Δημοσιεύτηκε: Καθηγητής Μυστήριος στις 11:37 12/04/2019

Θυμάμαι ακόμη τη μυρουδιά του όταν γυρνούσε από το μεταλλουργείο, αναθυμιάσεις φτηνής κολόνιας πάνω σε ξεραμένες στρώσεις ιδρώτα και καπνού. Δεν μπορείς να τη βγάλεις από πάνω σου τέτοια μυρουδιά όσο κι αν τρίψεις, από μια βάρδια και πέρα τη χωνεύει το σώμα σαν τις λάμες που βάζουν στα συντριμμένα μέλη. Έχει κάτι το μεταλλικό, θαρρείς και τα δάχτυλα του είχαν πιαστεί στη σκουριασμένη άτρακτο και είχαν γίνει ένα με το άφιλτρο που δεν άφηνε απ’ το χέρι.

Το σπίτι μας ήταν δίπλα και το να κοιμηθώ σε συγγενικό σπίτι ήταν συνηθισμένο. Είχε εκείνον το μεγάλο καναπέ στο σαλόνι και μου άρεσε να χουχουλιάζω μέχρι αργά, χαζεύοντας τηλεόραση όταν όλοι οι άλλοι είχαν πάει για ύπνο. Εξάλλου, ξενώνας δεν υπήρχε κι εγώ ήμουν ένα ψιλόλιγνο εννιάχρονο κορίτσι με μεγάλο κεφάλι που δεν χωρούσε στο καναπεδάκι κάτω από το παράθυρο. Δεν ήμουν πάντα μόνη, κάποιες φορές μπορεί να κοιμόταν κάποιος στο καναπεδάκι, αλλά ήμουν πάντα η μόνη ξύπνια όταν συνέβαινε.

Τον γνώριζα από την κόψη των βημάτων του στη σκάλα και ήξερα πως θα καθόταν δίπλα μου κάνοντας πως χαζεύει κι αυτός τηλεόραση. Τη συνέχεια την ήξερα. Η τηλεόραση θα τρεμόπαιζε βίντεο κλιπ κι εκείνος θα ανέβαζε την ένταση του ήχου, ψιθυρίζοντάς μου «όλα καλά» και ακουμπώντας το χέρι μου στο – κάποιες φορές πάσχιζα να τραβήξω το χέρι μου αλλά δεν είχα τόση δύναμη, ήμουν απλά ένα παιδί με την ψυχή του καρφωμένη στην κλίνη του Προκρούστη, έναν καναπέ ποτισμένο με σκουριασμένη κολόνια και καπνό.

Σου έχει τύχει να βλέπεις εφιάλτη και να μην μπορείς να ξυπνήσεις, να έχεις παραλύσει τελείως; Έτσι ακριβώς ήμουν, παραλυμένη και βουβή, χωρίς μια λέξη να μπορεί να βρει το δρόμο για τα χείλη, να βγάλω μια φωνή, κάτι, τίποτα.

Είχα ήδη αρχίσει να παίζω μπάσκετ δυο χρόνια νωρίτερα και το μπάσκετ έγινε το καταφύγιό μου, παρότι έκτοτε σε κανένα καταφύγιο δεν κατάφερα να αισθανθώ απόλυτα ασφαλής ξανά.

Κάθε φορά που πήγαινα ήξερα τι με περιμένει, αλλά πώς να έλεγα στους γονείς μου ότι δεν θέλω να ξαναπάω στο σπίτι των θείων χωρίς να εξηγήσω το γιατί. Και δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Κάποιες φορές με περίμενε ήδη στον καναπέ, έχοντας βάλει DVD με κάποια από τις αγαπημένες του συναυλίες και μπορούσε και να μη συμβεί τίποτα. Και τότε από μέσα μου έλεγα ευχαριστώ.

Στην 5η δημοτικού ερωτεύτηκα ένα συμμαθητή μου, αλλά κάθε φορά που το σκεφτόμουν, ανασυρόταν η εικόνα του θείου. Το μόνο που ήθελα ήταν να σκέφτομαι εκείνο το αγόρι, αλλά το μόνο που έβγαινε ήταν η εικόνα εκείνου του άντρα και το τι μου έκανε. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τις καταστάσεις.

Για δύο χρόνια που συνέβαινε είχα χάσει τον ύπνο μου. Μέχρι που μια νύχτα στις τρεις τα ξημερώματα πήγα στο δωμάτιο των γονιών μου και τους τα είπα όλα. «Μαμά, με άγγιξε εδώ κάτω». Δυσκολεύομαι να θυμηθώ παρακάτω. Λένε πως το μυαλό έχει την τάση να αφήνει κενά μνήμης, σαν αμνησία για ό,τι πονάει υπέρμετρα. Δεν θυμάμαι καν που πήγα στο τμήμα να δώσω κατάθεση. Ούτε την άλλη μέρα που ο μπαμπάς μου είπε πως ο θείος Λέμμυ τα ομολόγησε όλα στην αστυνομία.

Ο θείος Λέμμυ ήταν γέννημα-θρέμμα του Γιορκσάιρ της δεκαετίας του ’70, της δεκαετίας της απόγνωσης και των συμμοριών. Είδε τον πατέρα του να ψυχορραγεί μαχαιρωμένος και μεγάλωσε σε ένα παράπηγμα στο Λιντς. Το μόνο του καταφύγιο ήταν τα γκρουπάκια και η μουσική, στην αρχή το πανκ, μέχρι να δει τυχαία live τους Μότορχεντ και να κολλήσει ανεπανόρθωτα. Πρωτοστάτησε στο κίνημα των ανθρακωρύχων, τον μπουζουριάσανε κιόλας, και μετά τη συντριβή από τη Θάτσερ πέρασε τον Ατλαντικό για να βρει την αδερφή της μάνας του. Το «αμερικάνικο όνειρο» όμως εξαντλήθηκε στην άτρακτο και στους τόρνους ενός μεταλλουργείου. Το μόνο του καταφύγιο ήταν τα DVD με τη φωνή του Λέμμυ κάτι ήσυχα βράδια όταν όλοι είχαν πάει για ύπνο.

Το μόνο που θυμάμαι είναι πως εκείνο το βράδυ είχα προπόνηση και ότι είπα στον εμβρόντητο μπαμπά μου πως δεν ήθελα να τη χάσω. Μέσα σε όλα όσα είχα περάσει, το μόνο που πραγματικά ήθελα ήταν να παίζω μπάσκετ. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι ακόμη εκείνο το κοριτσάκι έντεκα χρονών που το μόνο που θέλει είναι να πάει για προπόνηση.

Είμαι θυμωμένη που μου έκλεψε τα παιδικά μου χρόνια και είμαι αναγκασμένη να συμβιώνω με έναν εφιάλτη απτό που θα με στοιχειώνει για πάντα. Ακόμη και τώρα που παίζω μπροστά σε χιλιάδες κόσμο και δίνω συνεντεύξεις όλη την ώρα, έχω στιγμές που δεν βλέπει κανείς, σαν μια αστραπή μνήμης που καίει τα σωθικά μου.

Έχω αναρωτηθεί χιλιάδες φορές αν τα όσα πέρασα λειτούργησαν σαν καταλύτης γι’ αυτό που είμαι και κάνω σήμερα. Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια δεν μπορώ καν να βρω τις λέξεις για ό,τι μου συνέβη, μου είναι εντελώς άβολο ακόμη και να λέω τη λέξη κακοποίηση.

Δεν μπορώ να συγχωρέσω, αλλά δεν ντρέπομαι. Κάθε φορά που το μοιράζομαι νιώθω λίγο πιο ελεύθερη. Αυτό που ακόμη με σκοτώνει όμως είναι που δεν ξέρω γιατί μου συνέβη και γιατί μπορεί να συμβεί κάτι αντίστοιχο – ή, μάλλον, πώς γίνεται να ανεχόμαστε έναν κόσμο που βρίθει περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης.

Ένας λόγος που τόσο καιρό δεν είχα πει τίποτε σε πολύ κόσμο –ακόμη και σε κοντινούς μου ανθρώπους– είναι γιατί δεν θέλω να ετεροπροσδιορίζομαι από κάτι τέτοιο, αλλά θέλω να καθορίζομαι πρωτίστως από το πόσο καλά παίζω μπάσκετ. Εξάλλου, όλοι μας είμαστε κομματάκι πιο πολύπλοκοι από όσο φαινόμαστε.

Το σπίτι μας ήταν δίπλα στον ηλεκτρικό του Αγίου Ελευθερίου. Περίπου σαν να έμενα δίπλα στο Marquee Club της Αθήνας των 80s δηλαδή, μόνο που δεν το ήξερα τότε, το μόνο που αναρωτιόμουν ήταν γιατί ένα γήπεδο μπάσκετ με τις εξέδρες να έχουν μεγαλύτερη κλίση ακόμη κι από ανεμόσκαλα ελικοπτέρου δινόταν σε συναυλίες και πολιτικές συγκεντρώσεις αντί να παίζουμε μπάσκετ. Βλέπεις, το Σπόρτιγκ, στα τέλη της δεκαετίας 70 και αρχές του 80, είναι η καρδιά της ροκ σκηνής στην Ελλάδα.

Στο σταθμό ήταν και το συμβεβλημένο μας φαρμακείο – στην εποχή που η βασική μου σχέση με τον πατέρα μου εξαντλούνταν στο «πήγαινε, γιε μου, στο φαρμακείο να μου πάρεις μια σακούλα πράγματα» και στη στομφώδη απάντηση πως ο κύριος «Κουτάκης» επέμεινε πως πρέπει να τα πάρεις με διαφορά 6 ωρών και φαγωμένος. Και εκεί δίπλα στο φαρμακείο, στο παγκάκι της γωνίας κάτω από τη φυλλωσιά, τα εννιάχρονα μάτια μου θα έπαιρναν όρκο ότι είδαν την φίλη της αδερφής μου, την Αλίκη, να τρώει παγωτό με κάποιον που ήταν φτυστός ο θείος Λέμμυ – όμως δεν το είπα σε κανέναν από τότε.

Ήμουν πολύ μικρός για να έχω φάει ξύλο στους Police, ούτε πέτυχα τον Κέιβ λιώμα να περνά τη νύχτα σε ένα πλατύσκαλο της Πατησίων την εποχή των Birthday Party – δεν ήξερα καν τον Ερικ Κλάπτον ακόμη. Ήμουν απλά ένα αγόρι που πήγαινα αγγλικά στη 2η προκαταρκτική, όταν βρέθηκα μπροστά στην πιο αναπάντεχη εαρινή σύναξη από πανκιά, φρικά, νιουγουεϊβάδες, γκοθάδες, ροκάδες και μερικούς ακόμη περίεργους που είχαν συρρεύσει για να ακούσουν τους Μπαουχάους, και αναρωτιέμαι ακόμη αν ήταν μεγαλύτερο το πολιτισμικό σοκ το δικό μου (που έπαιζα ακόμη Subbuteo) ή της πλειοψηφίας του κοινού, που δεν σταμάτησε να φτύνει κατάμουτρα τον τραγουδιστή, βλέπεις το εγχώριο κοινό δεν άντεχε ποτέ την εξτραβαγκάνζα.

Το πρώτο live που θυμάμαι είναι ένα ανηλέητο σφυροκόπημα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο γήπεδο που από στιγμή σε στιγμή περίμενες ότι θα σηκωθεί στον αέρα από την έκσταση και το καταιγιστικό παραλήρημα των Μότορχεντ. Σε ένα γήπεδο που είχα βρεθεί δεκάδες φορές, όμως για πρώτη φορά όχι για να δω μπάσκετ ή βόλεϊ αλλά για το rock, που πάνω από όλα είναι ιδέα και χύμα. Και κάπως έτσι την ίδια ώρα απέξω γινόταν κακός χαμός, με 200 καρντάσια που είχαν κατέβει χωρίς εισιτήριο να ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια μοναδική συγκυρία με τους αθηναίους ροκάδες σε «ντου» που κατέληξαν σε επεισόδια με τραυματισμούς και μολότοφ και τον πατέρα μου έξαλλο για το σπασμένο παρμπρίζ του Σιτροέν του…

«Κάθε πράμα κι η ώρα του», λέει ο «Εκκλησιαστής»: «ώρα να φονέψεις, ώρα να γιατρέψεις/ ώρα να θρηνήσεις, ώρα να γλεντήσσεις/ ώρα να μιλήσεις, ώρα να σωπάσεις/ ώρα να φιλιώσεις, ώρα να σκοτώσεις». Όσο περνάνε τα χρόνια όμως, τόσο γεμίζω αμφιβολίες αντί να ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα: Κάνουν, π.χ., οι καλές μουσικές καλύτερους τους ανθρώπους; Κάνουν τα καλά παιδικά βιβλία καλούς γονείς;

Θυμάμαι σχεδόν με τρόμο την ταινία με τη ζωή της Ένιντ Μπλάιτον, που γενιές και γενιές παιδιών γαλουχήθηκαν με τα βιβλία της και έστησαν τις πιο φευγάτες αποδράσεις τους παρέα με τους «μυστικούς εφτά» ή τους «πέντε φίλους», τη στιγμή που τα ίδια της τα παιδιά φυτοζωούσαν εγκλωβισμένα στην παντελή απουσία μιας μαμάς που νοιαζόταν αποκλειστικά να τροφοδοτεί τον αδηφάγο ναρκισσισμό της – και τρέμω που γράφω αυτές τις γραμμές στον απόηχο του «μπαμπά, γιατί δεν μας λες κι ένα δεύτερο παραμύθι» – «μα γιατί δεν θα ξυπνάει κανείς σας αύριο για το σχολείο»… Ή μήπως κατά βάθος ήθελα να πω και πότε θα προλάβω τότε εγώ να τελειώσω το “long read” που με πιλατεύει, παίδες…

Δεν πιστεύω στην αυτοδικία και απεχθάνομαι τις κοινωνίες που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, πόσο μάλλον όσες κρατούν ενεργή τη θανατική ποινή. Διαβάζοντας όμως τη συγκλονιστική κατάθεση ψυχής της εξαιρετικής μπασκετμπολίστριας της Ντιναμό Κουρσκ, Μπριάνα Στιούαρτ σχεδόν αυτόματα πήγα και σκέπασα το μεγάλο μου γιο, που σήμερα κλείνει τα εννιά, γέμισα ένα διπλό Jameson και έβαλα το σάουντρακ από τον Kόκκινο Kύκλο του Κοκκινόπουλου…

ΥΓ. Πώς το έλεγε κάποτε η διαφήμιση, «είναι από την Καλαμάτα, ξέρει από καλό λάδι», κάπως έτσι θα διατυμπάνιζα λοιπόν κι εγώ πως «είμαι από τα Πατήσια, ξέρω από καλό μπάσκετ και από ροκ». Και φυσικά όταν λέμε καλό μπάσκετ, εν προκειμένω, μιλάμε εξίσου για γυναικείο μπάσκετ, που έχει την τιμητική του αυτό το ΠΣΚ, καθώς διεξάγεται το Final 4 της αντίστοιχης Ευρωλίγκας στην Ουγγαρία, μια εξαιρετικού επιπέδου διοργάνωση που μας έδωσε εκπληκτικά παιχνίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν.

Το ίδιο αναμένεται να συμβεί κι απόψε και ειδικά στον πρώτο ημιτελικό της από κάθε άποψη εξαιρετικής USK Πράγας κόντρα στην Ντιναμό Κουρσκ της Μπριάνα Στιούαρτ. Θα τόνιζα δε ότι, σε επίπεδο πρώτης πεντάδας, η Πράγα υπερτερεί και εάν δεν φορτωθούν με φάουλ τα ατού της θα έχει τον πρώτο λόγο (η Κουρσκ ήταν συνολικά σαφώς κατώτερη του αναμενομένου φέτος και υπερτερεί μόνο στο βάθος του πάγκου). Σε κάθε περίπτωση πάντως, μιλάμε για ένα πολύ μοιρασμένο παιχνίδι που θα κριθεί στις λεπτομέρειες, οπότε ακόμη και το 3,30 (άνοιξε στο 3,80) της ομάδας της Πράγας αποτελεί ξεκάθαρη επιλογή στοιχηματικά.