ΤΕΛ. ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Καθηγητής Μυστήριος: Όταν ο Ανδρέας γνώρισε τη Βάσω

Δημοσιεύτηκε: Καθηγητής Μυστήριος στις 15:04 26/05/2019

Ας όψεται ο Γκάλης που από το καλοκαίρι του ’87 και μετά, σε όλη την Ελλάδα, από άκρη σε άκρη, φύτρωσαν μπασκέτες. Η συγκυρία αποδείχθηκε εξαιρετική, καθώς οι αλάνες είχαν αρχίσει να αποτελούν είδος υπό εξαφάνιση ακόμη και στις επαρχιακές πόλεις, τη στιγμή που δυο μπασκέτες και μια σκληρόπετση μπάλα μετέτρεπαν αυτόχρημα ακόμη και τα πιο κλειστοφοβικά τσιμεντένια προαύλια των σχολείων του κέντρου σε εργαστήρια ονείρων, ακόμη και τους ακάλυπτους των πιο γκρίζων πολυκατοικιών σε αρένα διαγωνισμού καρφωμάτων.

Κάπως έτσι στην Ελλάδα, μετά από δεκαετίες κλωτσοπατινάδας στις αλάνες και παρόλο που ό,τι και να κήρυττε ο Φίλιππας Συρίγος και οι συναπόστολοι του, το μπάσκετ δεν ταιριάζει ούτε στο σωματότυπο, ούτε στη μενταλιτέ του Έλληνα, πόσο μάλλον δεν συνεπικουρείται από τις κλιματολογικές μας συνθήκες, άδραξε την ευκαιρία και με όχημα το χαρλεμικό υπερθέαμα που πρόσφερε αφειδώς ο Άρης του σωματομετρικά οικείου Γκάλη, του “Δαυίδ των βραχύσωμων”, διαμοίρασε τα ιμάτια ενός αθλήματος για λίγους σε όλο το φάσμα της ελληνικής οικογένειας – όπως ακριβώς οι «απαράδεκτοι» μας βοήθησαν να απεκδυθούμε της πουριτανιστικής αίσθησης του χιούμορ και των έτερων καταβολών της κλειστής κοινωνίας που κουβαλούσαμε στο δισάκι μας, κατά την κάθοδο στο χωνευτήρι του λεκανοπεδίου, με τον ορίζοντα να περιορίζεται στη θέα του φωταγωγού.

Το μπάσκετ είναι πιο ατομικό από τα ομαδικά αθλήματα (και αυτό ίσως τελικά να είναι το μη αναγραφόμενο συστατικό της συνταγής της περαιτέρω επιτυχίας του). Το άθλημα που κάνει το “coast to coast” από το ένα καλάθι στο άλλο που ολοκληρώνεται με ένα μεγαλειώδες κάρφωμα “στη μούρη” του αντιπάλου να φαντάζει προσιτό – ή μάλλον με ένα τριπλό σπάσιμο της μέσης που αποφέρει καλάθι και φάουλ, για να συναντηθεί στοιχειωδώς με το εφικτό ο Greek lover σωματότυπος (έστω μια ομοβροντία τριπόντων βρε αδερφέ, καθώς ο Ελληναράς μετά από τόσο συστηματική χειρωνακτική εξάσκηση, δεν θα μπορούσε παρά να είναι τουλάχιστον “χεράς”…)

Στη γηραιά δυτική Ευρώπη που το πρόβλημα της αστυφιλίας έλκει την καταγωγή του πολλούς αιώνες πριν από το τρικ της αντιπαροχής, το πρόβλημα του μαζικού αθλητισμού στο κλεινόν άστυ, είχε λυθεί πολλούς αιώνες πριν ο Κίμωνας Κουλούρης γνωρίσει τη Βάσω στον Ανδρέα στο σπίτι του στο Λονδίνο, με αντισταθμιστικό όφελος να κάνει τα γλυκά, συγγνώμη παρασύρθηκα από το Μπιγκ Μπεν, να κάνει τα στραβά μάτια στην «υπόθεση Μπουμπλή» και αργότερα να εγκαινιάζει το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, μερικά χρόνια πριν το Final Countdown ξεπεράσει σε πωλήσεις τα «νησιώτικα» του Πάριου.

Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας

Ήδη από το 1600 στο Παρίσι και το Λονδίνο, υπήρχαν πάνω από 300 αυλές και σκεπαστά γηπεδάκια, που παιζόταν το ονομαστό “jeu de paume”, ήτοι το παιγνίδι της παλάμης, που δεν είναι παρά ο προπομπός του σημερινού τένις, με βασική διαφορά ότι παιζόταν με τις παλάμες σε περιορισμένο χώρο, παραπέμποντας περισσότερο σε αυτό που σήμερα λέμε “σκουός”. Αργότερα ήρθαν οι ρακέτες (από την αραβική λέξη “rakhat” που θα πει παλάμη) και τα γήπεδα. Εννοείται βέβαια ότι στα υπόστεγα των σχολειών τους, ακόμη και σήμερα (ή για να ακριβολογώ 100% μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες) το σκουός της παλάμης παραμένει η πιο δημοφιλής αυτοσχέδια αθλοπαιδιά, καθώς φυσικά δεν χρειάζεται ούτε μπασκέτες ούτε λιακάδα.

Το τένις στη σύγχρονη εκδοχή του μορφοποιήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, στις γειτονιές που ο Ανδρέας γνώρισε τη Βάσω και στην αρχή παιζόταν μόνο σε επιφάνεια από γκαζόν, μέχρι που λίγες δεκαετίες αργότερα και αφού η χάρη του είχε εξαπλωθεί μέχρι και το νότο, στις Κάννες και στη Νίκαια – όχι αυτή που ο εγκάθετος θεριακλής διορίζει διευθυντές με πλαστά πτυχία (γιατί μπορεί) αλλά της Κυανής Ακτής – δημιούργησαν τα πρώτα χωμάτινα γήπεδα, απλούστατα λόγω του ότι το γκαζόν ξεραινόταν συνεχώς.

Κάπως έτσι λοιπόν έγιναν τα πράγματα και Αγγλοσάξωνες και Γάλλοι, μετά το ποδόσφαιρο, αγάπησαν μαζικά το τένις, ενώ στην Ελλάδα χρειάστηκαν δεκαετίες μονολιθικότητας πριν ανακαλύψουμε, εν αρχεί, την άμυνα ζώνης «τρεις-δύο» και τις «μπακ ντορ» πάσες και αργότερα τα «πικ εν ρολ» και τα «άλεϊ χουπ». Όσο για το τένις, παρέμεινε για δεκαετίες, σχεδόν αποκλειστικό προνόμιο των επιφανών μελών των ομίλων Αθηνών και Φιλοθέης, κουβαλώντας παράλληλα τη ρετσινιά του ακριβού σπορ της ελίτ και των νεόπλουτων, μιας κάστας ανθρώπων ξεκομμένης πλήρως από τη σκληρή καθημερινότητα και τα ειωθότα του μέσου Έλληνα, μιας κάστας που αναπαράγει “εξωφρενικά” ξενόφερτα πρότυπα όπως ντίσκο-πάρτυ με ντισκ-τζόκεϋ, καλλιστεία, τουρνουά τένις, κέτερινγκ και ταξίδια πολύ πριν μας “ξεβλαχέψει” (με το αζημίωτο) ο κλαρινογαμπρός από το Βόλο.

Και αυτό που μόνο αναρωτιέμαι είναι το, αν το τένις είχε (έστω συγκυριακά) την ίδια απήχηση (σε βάθος δεκαετιών) και στην Ελλάδα, πόσους Στέφανους και Μαρίες θα είχαμε βγάλει μέχρι σήμερα. Γιατί το τένις, χωρίς αμφιβολία, μας ταιριάζει περισσότερο και από κάθε άποψη σε σχέση με το μπάσκετ και αν τυχόν υπήρχαν οι υποδομές, θα βλέπαμε πράγματα και θαύματα στο μελλοντικό στερέωμα.

Προς επίρρωση του παραπάνω αξιώματος, ας πάρουμε το παράδειγμα της πρώην ΕΣΣΔ και γενικότερα των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, που την τελευταία δεκαετία (ειδικά στις γυναίκες) έχουν κατακλύσει τα πάνω ράφια της παγκόσμιας κατάταξης με εξαιρετικούς αθλητές. Και πώς διάολο γίνεται από τις παγωμένες στέπες και το διαπεραστικό ξεροβόρι τριγύρω στις λεκάνες του Έλβα και του Μοράβα, να ξεπηδούν τόσες νεράιδες, θαρρείς ιέρειες της Αρτέμιδος με backhand των 100χλμ/ώρα αντί για θανατηφόρα βέλη;

Η αλήθεια είναι ότι οι υποδομές και κυρίως το εκπαιδευτικό δυναμικό στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, βρίσκονταν ανέκαθεν σε εξαιρετικό επίπεδο, αλλά το κόμμα (“ένα είναι το κόμμα”) απέφευγε να στέλνει τους αθλητές σε ατομικά τουρνουά, όχι για να μη φανεί ότι καλλιεργεί το σπορ των «μπουρζουάδων», αλλά υπό το πρίσμα του φόβου να αυτομολήσουν στη Δύση (στα πρότυπα της Ναβρατίλοβα και του Λεντλ). Οι απίστευτες φουρνιές λοιπόν της τελευταίας δεκαετίας, θα μπορούσε να είναι το υβριδικό κατάλοιπο του «σοσιαλιστικού» μοντέλου υποδομών και ανάδειξης ταλέντων (πριμοδοτημένου στο έπακρο από τα εξαιρετικά σωματομετρικά χαρακτηριστικά των σλαβικών φύλων), σε συγκερασμό με την πλήρη αποκαθήλωση κάθε εθιμικού πλαισίου της σοβιετικής περιόδου προς άγραν του αντίστοιχης εκδοχής του αμερικανικού ονείρου που εντέλει μας κληροδότησε ένα τσούρμο «ολιγάρχες», μπόλικο φυσικό αέριο και ένα νταμπλ στον ΠΑΟΚ (μέχρι το επόμενο…).

Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά

«Η διαφορά του τένις τότε και σήμερα δεν είναι στο forehand, στο backhand, ή στο service. Αυτό που βλέπουμε, το ίδιο βλέπαμε και τότε. Μεγάλοι παίκτες υπήρχαν και τότε. Σπεσιαλίστες στον τρόπο παιχνιδιού υπήρχαν και τότε. Επίσης το τένις ήταν από τότε άθλημα µε prestige. Αυτό που άλλαξε είναι η ρακέτα, που έγινε πολύ γρήγορη, καθώς και η φυσική κατάσταση των αθλητών, που σήμερα είναι βελτιωμένη σε τρομερό βαθμό. Επίσης, στις μέρες μας, για να τα καταφέρεις να αγωνισθείς σε διεθνές επίπεδο, πρέπει πλέον να διαθέτεις χρήματα. Τελείως διαφορετικό ήταν τότε και το όλο σκηνικό στα τουρνουά: οι αθλητές ήταν φίλοι μεταξύ τους, δεν υπήρχε ο ανταγωνισμός που υπάρχει σήμερα. Υπήρχε πολύ φλερτ στην εξέδρα, γίνονταν πάρτυ μετά τους αγώνες»

Τάδε έφη ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, πατέρας της Αγγελικής και παππούς της Μαρίας Σάκκαρη, που κουβαλά μια καταπληκτική ιστορία του “ball boy” που το σύμπαν συνωμότησε για να ακολουθήσει το όνειρο του.

Αν το αγέρωχο βλέμμα της τροπαιούχου κοπέλας της φωτογραφίας σάς είναι απροσδιόριστα οικείο δεν είναι τυχαίο. “Τρεις ημέρες διεθνές τένις παρακολούθησαν οι φίλοι του αθλήματος στον όμιλο της Φιλοθέης στα πλαίσια του κυπέλλου Αννί Σουαμπί, ομαδικό τουρνουά για κορίτσια κάτω των 21 ετών”. Στη Φιλοθέη διαγωνίστηκαν πέντε κράτη: η Σοβιετική Ένωση, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Ουγγαρία και η Ελλάδα, με εμφανή την ανωτερότητα των Σοβιετικών, χάρις στο εξαιρετικό ταλέντο της 17χρονης Ιουλίας Σαλνίκοβα, Νο. 1 τζούνιορ παίκτρια στη Σοβιετική Ένωση και κόρη του θρυλικού ποδοσφαιριστή και «χρυσού» ολυμπιονίκη Σεργκεϊ Σαλνίκοφ. Η Γιούλια που είχε εντυπωσιάσει από κάθε άποψη και στα τουρνουά Ακρόπολις εκείνης και της προηγούμενης χρονιάς, σημείωσε τρομερές νίκες στα αντίστοιχα Fed Cup, αλλά η καριέρα της δεν είχε την ανάλογη συνέχεια, καθώς οι περιορισμοί στα ταξίδια της και οι συγκρούσεις με τους προπονητές της ομοσπονδίας – που δεν ενέκριναν το γεγονός πως ο τότε φίλος της ήταν από τη Γιουγκοσλαβία – περιόρισε δραματικά τις ευκαιρίες της και εντέλει αναγκάστηκε να σταματήσει στα 20 της για να αφοσιωθεί στις σπουδές της στο πανεπιστήμιο της Μόσχας. «Κάθε παίκτρια από τη Σοβιετική Ένωση είχε τέτοια προβλήματα τότε, αλλά ειδικά εγώ ήμουν συνέχεια κάτω από το βλέμμα τους»

Για καλή μας τύχη, μετά από μερικά χρόνια, η μοίρα έφερε το βλέμμα της Γιούλιας σε ένα από τα τελευταία της παιχνίδια (αφού είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της) να συναντά το βλέμμα του διαιτητή Αποστόλη Τσιτσιπά, με αποτέλεσμα να χαρίσουν στον θαυμαστό κόσμο των σπορ ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα όλων των εποχών με απίστευτη τεχνική επάρκεια, που συνδυάζει την εμφάνιση του Μποργκ, την ανταγωνιστική φύση του Ναδάλ και τη χορευτική δεινότητα του Φέντερερ, με μια ανεπιτήδευτη επικοινωνιακή αύρα και ευρυμάθεια, σε ένα ακαταμάχητο χαρμάνι που απλά δεν γίνεται να μην αφήσει εποχή…

ΥΓ. Σήμερα ξεκινά το περίφημο Ρολάν Γκαρός, το μοναδικό γκραν σλαμ που διεξάγεται στο χώμα, την πιο απαιτητική επιφάνεια, ειδικά για τους άνδρες, που ενίοτε αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε εξαντλητικά πεντάσετα ματς μετά από αλλεπάλληλα ράλι, καθώς το χώμα απορροφά την ταχύτητα της μπάλας με συνέπεια οι πόντοι να διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη επιφάνεια. Είναι χαρακτηριστικό πως σε ένα σερβίς που το μπαλάκι φεύγει από τη ρακέτα με ταχύτητα 200χλμ την ώρα, στο γρασίδι έχει διατηρήσει ταχύτητα 133χλμ μετά την αναπήδησή του στο έδαφος, αλλά στο χώμα, η ταχύτητα μετά το γκελ έχει μειωθεί στα 108χλμ αφαιρώντας ουσιαστικά το πλεονέκτημα των “big servers” και των παικτών που στηρίζονται κυρίως στη δύναμη και ευνοώντας τα μεγάλα ράλι και εντέλει τους παίκτες που συνδυάζουν υψηλή τεχνική και ποικιλία χτυπημάτων με καλό “footwork” (γλίστρημα στο χώμα) και συναισθηματική σταθερότητα. Γιατί πρόκειται για ένα άθλημα που δεν έχει σημασία ο τέλειος πόντος, αλλά η ικανότητα να πιάσεις σε κάθε πόντο σταθερή απόδοση, συναισθηματικά ανεπηρέαστος, ο συνδυασμός του ταλέντου με αυτή τη μενταλιτέ.

Η δε κλήρωση για τον Στέφανο είναι πολύ καλή, αλλά χωρίς το παραμικρό δυνητικό στοιχηματικό αντίκρισμα, καθώς είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και στο Antepost είναι ήδη μεγαλύτερο φαβορί και από τον Φέντερερ, ενώ οι Ναδάλ και Τζόκοβιτς βρίσκονται σε τοπ φόρμα. Αντίθετα η Μαρία, παρότι διανύει μια άκρως εντυπωσιακή σεζόν στο χώμα, αποδίδοντας το καλύτερο τένις της καριέρας της, θα έχει δύσκολο έργο τόσο στο δεύτερο γύρο, όσο και στον τρίτο γύρο, όπου το εμπόδιο είτε της Οζάκα, είτε της Αζαρένκα, φαντάζει αξεπέραστο.